Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Άνοιξη


Δεν ξέρω αν το κατάλαβες αλλά μπήκε η άνοιξη. Που και να μην το κατάλαβες, το ‘πιασαν σίγουρα οι ορμόνες σου, ντύθηκαν στα γρήγορα τα κίτρινα και τα πορτοκαλιά, πιο έτοιμες κι από τις βιτρίνες.

Κοίτα, από βιολογία δεν πήρα χαμπάρι ποτέ, αλλά δεν χρειάζεται να δείξεις και πτυχίο για να επικαλείσαι τις ορμόνες. Όλοι τις κουβεντιάζουν κι όλοι τις κατηγορούν. Και όχι μόνο για τα κοτόπουλα, που άμα τις έχουν, μάλλον σημαίνει ότι δεν είναι καλό πράγμα. Και τους ανθρώπους αυτές οι κυρίες άνω κάτω τους κάνουν. Καθετί που είναι μπερδεμένο είναι και ορμονικό. Ή μάλλον μ’ ένα «θα» καθησυχαστικό: «θα είναι ορμονικό». Σα να λέμε πανσέληνος. Ή και ανάδρομος Ερμής. Μια παράξενη συμπεριφορά. Μια απροσδόκητη αντίδραση. Εκεί που τελειώνουν οι δικαιολογίες, ξεκινούν οι ορμόνες.

Την άνοιξη οι ορμόνες τρελαίνονται. Το λένε και οι επιστήμονες. Όχι έτσι ακριβώς, αλλά αυτό εννοούν. Την τιμητική της έχει μια ύπουλη με εξωτικό όνομα, η ενδορφίνη. Αυτή είναι λέει η ορμόνη της χαράς, της ευεξίας. Δεν έχω καταλάβει ακριβώς τη σύνδεση, αλλά αυτό ακούω, αυτό λέω. Είθισται να απελευθερώνεται στο σεξ και στη γυμναστική (παντός καιρού αυτά), την άνοιξη όμως δεν μαζεύεται με τίποτα. Σε χτυπάει κατακούτελα και ξαμολιέσαι σε αναζήτηση έρωτα, ανθισμένων λειμώνων και φλοράλ αμφιέσεων. Βέβαια, ενώ τα δύο τελευταία ζητούμενα είναι αυστηρώς εποχικά, το πρώτο το ποθοπλάνταχτο, όλο και κάποια αφορμή βρίσκουμε και το κολλάμε σε κάθε εποχή. Κρύο, καιρός για δύο σου λέει, (θέρμανση, αναθέρμανση, αναλόγως) κι από την άλλη καλοκαιρινά ραντεβού πάνω στο σώμα σου (για επαγγελματικά δεν τα κόβω). Για το φθινόπωρο είναι πιο έντεχνα τα σουξέ, άλλωστε συνεπάγεται και μια μελαγχολία, πιο διακριτικά τα ραντεβού.

Την άνοιξη όμως είναι αλλιώς. Ανοίγει ο καιρός, μεγαλώνει η μέρα. Εκεί στα έξω τα τραπέζια, και να μη θες, όλο και πέφτει το μάτι στην περατζάδα, όλο και περισσότερες πιθανότητες για διασταύρωση (βλεμμάτων). Σκάει η διάθεση για φλερτ μαζί με τα πρώτα κοντομάνικα. Δε λέω, έχουν στυλ τα πουλόβερ και οι καμπαρντίνες, αλλά, πώς να το κάνουμε, κάτι σε πιάνει όταν αρχίζει πάλι το σώμα να δηλώνεται και όχι απλώς να υπονοείται.

Κι έτσι ορμώμενος από το ορμονικό ζήτημα, φτάνεις να συνερίζεσαι τη λογοτεχνική ταύτιση της άνοιξης με την ελπίδα, την αισιοδοξία, την ψυχική ανάταση βρε αδερφέ. Και λες, τι πάει σετάκι με τούτη φιέστα χαράς και ευεξίας; Μα βέβαια η ανανέωση, οι αλλαγές, τα καινούργια ξεκινήματα (πόσο καίριο αυτό το επίθετο που κολλάμε συχνά στα ξεκινήματα –σα να περιέχει όλες τις αποτυχημένες προσπάθειες και να τις ειρωνεύεται συνάμα). Και δώστου πάλι στόχοι και αποφάσεις. Μα δεν τα λέγαμε και την Πρωτοχρονιά αυτά; Καλά. Τότε δεν φορούσαμε κοντομάνικα.


Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Λαμπεροί χωρισμοί


Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για χωρισμούς. Θα μου πεις, υπάρχει χωρισμός χωρίς λόγια; Κλαις, αναλύεις, εξηγείς, κατηγορείς, ξανακλαίς για τα δικά σου τα χωρίσματα (αδύνατο να μην υποκύψω στη γοητεία της λέξης σου, Γεράσιμε σε ευχαριστώ). Μια μικρή παράσταση όπου πρωταγωνιστείς. Οι προβολείς στρέφονται πάνω σου. Οι προβολείς είναι τα βλέμματα των δικών σου ανθρώπων.

Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Αλλά όχι. Οι προβολείς μπορούν να είναι και προβολείς. Φώτα ντε. Της δημοσιότητας. Αυτό το χωρισμό-υπερπαραγωγή τον κατακτάς και (λες ότι) τον παθαίνεις όταν είσαι λαμπερός, δημοφιλής, όταν σ’ αγαπάει ο κόσμος δηλαδή. Όπου «κόσμος» βάλε τηλεοπτικό κοινό και όπου «αγαπάει»... τι να σου πω, δεν ξέρω.

Ο πρόσφατος ο χωρισμός, ο περιλάλητος, ο λαοπρόβλητος, είναι και διαζύγιο. Πιο grande δηλαδή. Ένδοξη κατάληξη μιας γλυκερής τηλεχτισμένης ευτυχίας. Γιατί μας ζάλισες καλή μου τόσα χρόνια. Πόσες ενέσεις ερωτευμένης συζύγου-στοργικής μάνας ν’ αντέξει ο δόλιος ο τηλεθεατής πρωινιάτικα; Για πόσα χρόνια θα τον τάιζες το ιδανικό; Βαρέθηκε. Ταύτιση θέλει τώρα κι αν δεν του κάνεις τα χατίρια έχει κι αλλού να πάει.

Το κοινό σου θέλει να σε συμπονέσει, κι αφού το καλόμαθες, πάλι τα γούστα του θα κάνεις. Θα βγάλεις και δελτίο τύπου γιατί με τις φήμες σωστή δουλειά δε γίνεται. Θα βάλεις και τα μαύρα γιατί το λαχανί, πώς να το κάνουμε, τη σπάει τη δυστυχία. Και μακιγιάζ λιτό, φυσικό, του πένθους –το πιο βαρύ θα ήθελε άλλο κόνσεπτ, να στάξει η μάσκαρα, να ‘ρθει να δείξει η θλίψη στη μουντζούρα. Άλλη δυναμική έχει όμως ο πόνος ο βουβός, άσε που θα το ‘καιγες αν έδινες ξέσπασμα από την πρώτη πράξη.

Υποφέρεις σιωπηλά λοιπόν, πετάς κάνα δυο υπονοούμενα, ίσα για ένα μονταρισμένο δράμα της προκοπής στα κουτσομπολάδικα, κι εκεί που πέφτει τελείως τυχαία το χωρισματοτράγουδο, γυαλίζει το δάκρυ στο μάτι, κι έτοιμο το βίντεο κλιπ. Ε να βγάλει κάνα σουξέ κι αυτή η καημένη φίλη (το δικό της διαζύγιο βλέπεις δεν έσπασε και τα ταμεία).

Με τούτα και με κείνα λοιπόν στήνουν χορό στα πάνελ, ξεχύνονται οι αναλυτές στα παραθύρια και, σα δεν ντρέπονται, οι κάμερες σε καταδιώκουν. Έτσι θ’ ακούσεις τι έχει να πει για το θέμα σου και ο δευτεροξάδερφος του πρώτου σου άντρα και ο παπάς που σε πάντρεψε με τον επόμενο και ο αστρολόγος και ο χειρομάντης. Μα ο χειρομάντης; Υπάρχουν μήπως ακόμα κι εκείνοι οι μάγοι κύριοι που διαβάζουν εντόσθια; Κάτσε, θα δούμε στην επόμενη ζωντανή σύνδεση. Τρόπος του λέγειν ζωντανή με τόσα σφάγια που θα ‘χει για ντεκόρ.

Γούστο που έχουν οι λαμπεροί χωρισμοί. Κακό γούστο, όπως και οι λαμπερές σχέσεις που προηγούνται. Σου ‘μεινε άραγε καθόλου εκτίμηση για τα δάκρυά σου τώρα που τα έλουσες στα φώτα;


Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Μεταμφιέσεις


Μέρες που είναι οι μεταμφιέσεις έχουν την τιμητική τους. Μάσκες, χρυσόσκονη, πλουμίδια. Ένας ολόκληρος κόσμος, φανταχτερός και κεφάτος.

Φοράς στη ρουτίνα σου μια στρογγυλή κόκκινη μύτη κι ένα πολύχρωμο κουδουνιστό καπέλο και την έχεις μεταμορφώσει σε πάρτυ. Κοίτα τον διπλανό σου. Νιώθει υπέροχα μέσα στη στολή άγουρης ντομάτας. Ο παραδίπλα ζει συναρπαστικές στιγμές ως πολική αρκούδα. Και κείνη η παρδαλή κολοκύθα πιο πέρα, τι ρωτάς γιατί κάνει έτσι; Όχι, δεν υποφέρει. Απλώς χορεύει. Ξέρω πόσο πολύ θα ήθελες να ήσουν μέλος αυτής της χαρούμενης παρέας μασκαρεμένων ανθρώπων που ο ένας κοπανάει το κεφάλι του άλλου με ένα πλαστικό ρόπαλο. Θα σε αγαπήσουν αμέσως αν τους πλησιάσεις κραυγάζοντας εκκωφαντικά και πετώντας μικρά χρωματιστά χαρτάκια.

Υπάρχουν όμως και οι μη εποχικές μεταμφιέσεις, οι παντός καιρού. Μιλώ για τους μικρούς εναλλακτικούς εαυτούς τους οποίους ενεργοποιούμε όταν ο κυρίως εαυτός μας δεν κολλάει με την περίσταση. Ή όταν θέλουμε τόσο να κολλήσει που, για να ‘μαστε σίγουροι, κόβουμε καμιά παραξενιά, ράβουμε λίγο μυστήριο, και δε σου λέω ότι νοικιάσαμε και στολή, αλλά μια περούκα και μια μύτη τη δουλειά τους την κάνουν.

Ας πιάσουμε λοιπόν μια περίσταση, που ξέρω ότι σ’ ενδιαφέρει. Και ας την πούμε όμορφα και ευρωπαϊκά, φλερτ. Εκεί που η ένδοξη σημαία του κλισεδιάρικου «σ’ όποιον αρέσουμε» υποστέλλεται θριαμβευτικά, εξισώνοντας ακριβοδίκαια και αμείλικτα προσηνείς και ακατάδεχτους, όταν διεκδικούν το σκοτεινό ή και περίλαμπρο αντικείμενο του πόθου τους.

Πρόκειται για παιχνίδι μεταμφιέσεων, και μάλιστα ριψοκίνδυνο. Σε κάθε κίνηση καραδοκεί η γελοιοποίηση, πολύ περισσότερο αν έχεις και μια μικρή ροπή. Και κάτι προειδοποιητικά σήματα, που ίσως βοηθούσαν, πάνε και τα βάζουν όλο πίσω από κάτι δέντρα και πάντα μια ανάσα πριν τις στροφές. Ε και στην εν λόγω κατάσταση τα αντανακλαστικά δεν είναι το δυνατό σου σημείο.

Φταίει και ότι κάθε φορά που σου συμβαίνει να θέλεις έναν άνθρωπο είναι ξάφνιασμα. Σε άλλους πιο συχνά, σε άλλους πιο σπάνια, αλλά σε όλους ξάφνιασμα. Έτσι, η προσπάθειά σου να δώσεις την πιο γοητευτική σου εκδοχή είναι αυθόρμητη. Δεν έχεις προβάρει τίποτα.

Πάντως οι μικρές σου μεταμφιέσεις δεν θα κρίνουν την έκβαση του παιχνιδιού. Είναι ασήμαντες λεπτομέρειες που θαμπώνουν, και αφήνουν αυτό το μυστηριώδες που μοιάζει με ηλεκτρισμό και δημιουργείται ή δεν δημιουργείται ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, να κρίνει το αποτέλεσμα.

Κι όπως φεύγουν οι Απόκριες, και κανείς δεν θα σου ζητήσει να ανταπεξέλθεις στα σκληρά καθήκοντα που συνεπάγεται η στολή του Σούπερμαν, του πειρατή ή, πολύ περισσότερο, της άγουρης ντομάτας, έτσι κανείς δεν περιμένει κι από έναν έρωτα συνέπεια στις μεταμφιεσμένες πρώτες εντυπώσεις.


Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Λόγια


Μια τάση να σνομπάρουμε τις λέξεις την έχουμε. Παραδέξου το. Την προφορική τους τη στολή όμως. Γιατί τα γραπτά μένουν, λέει. Αν είναι να ορίζουμε έτσι εύκολα τι μένει και τι φεύγει, τότε γιατί δεν γίνεται αυτό όταν πρόσωπα και στιγμές καταγράφονται μέσα μου; Κι ας γεμίζω με λέξεις και τα περιθώρια. Ακόμα μια αποφθεγματική χαζομάρα ίσα για να μας μπερδεύει.

Πάμε στις λέξεις που μιλάμε όμως, που δεν έχουν για δικηγόρους φτηνά τσιτάτα να τους δίνουν κύρος και σταθερότητα. Είναι απροστάτευτες αυτές. Παλεύουν διαρκώς με τη ρετσινιά του περιττού. Λίγο να κάνουν πως απομακρύνονται από το βασίλειο της πρακτικότητας κι όλο και κάποιος θα βρεθεί να τις βαφτίσει φλυαρίες.

Τα λόγια είναι σαν τους ανθρώπους. Ανάλογα με το ύφος τους μπορούν να ομορφαίνουν ή να ασχημαίνουν. Ναι, το πιστεύω αυτό, κι ας βάζω έτσι το «τι» στην ίδια μοίρα με το «πώς». Λίγο διαφορετικά να τονιστεί μια φράση που σε πονάει και μεταμορφώνεται σε πληγή και παρηγοριά μαζί. Μια μικρή παύση και η πιο απόλυτη δήλωση βάφεται με αμφιβολία. Ελάχιστα να γλυκάνει η φωνή κι έτσι όμορφα μπερδεύονται οι λέξεις.

Ψύχραιμοι, θυμωμένοι, ανήσυχοι, χαρούμενοι φθόγγοι. Πολύχρωμοι.

Λόγια κουβαλητές. Φορτωμένα αλήθειες ή ψέματα, ανάλογα με την ανάγκη εκείνου που λέει ή του άλλου που ακούει. Γιατί κι οι δυο συνωμοτούν για το περιεχόμενο, ακόμα κι όταν ο ακροατής μοιάζει εγκλωβισμένος στο στατικό του ρόλο.

Ενδιαφέρον έχουν οι λέξεις όταν κοκκινίζουν από θυμό. Τότε γλυτώνουν από τα φίλτρα και ορμάνε στο αντίπαλο αυτί χωρίς στυλ και γουστόζικα αξεσουάρ. Εκτίθενται κι εκθέτουν. Ύστερα βέβαια κάπως ηρεμούν, μαζεύουν τα αναστατωμένα τσουλούφια τους, σκουπίζουν τη μάσκαρα που έχει στάξει στις ανορθόγραφες καταλήξεις τους και μουρμουράνε φάλτσα το σουξέ «δεν το εννοούσα». Το εννοούσες. Ίσως μετάνιωσες που το είπες, ίσως δεν το εννοείς πια, αλλά εκείνη την ξεμαλλιασμένη στιγμή το εννοούσες.

Υπάρχουν κι οι λέξεις που μασουλάνε συμβουλές. Να πούμε μόνο γι’ αυτές που ζητάμε (είτε με λόγια είτε με ανάγκη) κι όχι για κείνες που μας έρχονται ακάλεστες, σαν delivery από φάρσα. Να πούμε μόνο για τις λέξεις-αγκαλιές. Τις θέλουμε, τις αγαπάμε και ξέρουμε ότι πάλι εδώ θα είναι όταν θα έχουμε κάνει τελικά τα δικά μας κουβάρια.

Συχνά μιλάμε για παρεξηγήσεις. Τις περισσότερες φορές προσποιούμαστε παρεξηγήσεις. Γιατί πώς λες παρεξήγηση κάτι που με σαφήνεια δηλώνει διάσταση απόψεων, συναισθημάτων, ανθρώπων; Είναι απλώς μια δυσάρεστη εξήγηση. Σκέτη. Δίχως το «παρά». Χωρίς πρόθεση. Ίσως με προδιάθεση.

Πόσο διαφορετικά επιλέγουν οι άνθρωποι να επικοινωνούν, να τσακώνονται, να αγαπιούνται, να εκφράζονται. Από τη μια είναι τα λόγια, μπόλικα λόγια, παντού λόγια. Επεξηγήσεις, αναλύσεις, περιγραφές. Και ερωτήσεις. Με μισές απαντήσεις, γιατί οι ολόκληρες απαντήσεις δεν χρειάζονται την ερώτηση για να δοθούν. Από την άλλη βλέμματα, κινήσεις, σιωπές, πράξεις. Καθένας με τον τρόπο του, λέει. Και νομίζω ότι έτσι είναι. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μένει ό,τι αξίζει να υπάρχει. Μισό ή ολόκληρο.