Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Έντυπη Έκδοση


Τις Κυριακές ξυπνώ το μεσημέρι λίγο πριν γίνει απόγευμα και πίνω καφέ μέχρι να γίνει για τα καλά απόγευμα, σχεδόν βράδυ.

Το σκηνικό περιλαμβάνει εφημερίδες. Χάρτινες, απ’ αυτές που μουντζουρώνουν τα χέρια σου και, για ν’ αποθηκεύσεις δε θες δεξί κλικ αλλά ψαλίδι, ούτε σκληρό δίσκο αλλά συρτάρι. Δεν είναι ότι δυσκολεύεται το μάτι πριν ακόμα ανοίξει ν’ αντικρίσει οθόνη. Μια χαρά θα τα κατάφερνε, όπως άλλωστε τις άλλες μέρες. Απλώς τα κυριακάτικα πρωινά παραμένουν έντυπα και μεσημέρια.

Ξεφυλλίζω. Κοντοστέκομαι σε κάτι κείμενα που τα βλέπω για παράθυρα, όχι σαν τις τηλεοπτικές γειτονιές της φασαρίας, άλλα παράθυρα, φιλόξενα σαν καλημέρες.

Κι ύστερα έρχεται η ώρα για τα ένθετα. Πολλά ένθετα, για όλα τα γούστα, τα γένη και τους αριθμούς. Υπάρχουν εκείνα που δεν έχουν γυαλιστερό χαρτί, σα να λέμε συνέχεια της εφημερίδας. Ή μάλλον σα να κόβουν στη μέση την εφημερίδα, κι αν είσαι από τον ύπνο και δεν έχεις τη διαύγεια να διαχωρίσεις τις μεσαίες σελίδες, ενδέχεται να νομίσεις ότι η Βίκυ Χατζηβασιλείου κινεί τα νήματα της εξωτερικής πολιτικής. Πακέτα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί όχι;

Τηλεόραση, αθλητικά, πολιτισμός, αγγελίες και κάτι πορτοκαλιές σελίδες ακαταλαβίστικες. Τώρα τελευταία παίζουν και ένθετα για την οικολογία. Θα τα βρεις κι αυτά εκεί, στις οικολογικές πλαστικές σακούλες που περιέχουν την κυριακάτικη ενημέρωση.

Πάμε τώρα στα περιοδικά, την ιλουστρασιόν συνοδεία. Ποικίλης ύλης. Φθαρτής μεν συναρπαστικής δε. Ένας υπέροχος ενδιαφέρων κόσμος. Σε ποιον πλανήτη; Να πάμε. Αχ έχει και ταξίδια το πρόγραμμα. Χαρτοταξίδια. Παρίσια, Λονδίνα, Βερολίνα, άντε και Χριστούγεννα στη Βιέννη. Όχι θα μείνω σπίτι μου. Ε τότε να το διακοσμήσεις καλέ. Ξέρω πόσα χρόνια λαχταράς αυτό το γουστόζικο πορτατίφ σε σχήμα καγκουρό. Πολλή ντεκορασιόν βρε παιδί μου. Και συνεννοημένα όλα, την ίδια μέρα. Και είναι εκείνη η Κυριακή του μήνα που το σπίτι σου φωνάζει ότι θέλει ανακαίνιση. Ή τουλάχιστον μερικά χειροποίητα σουβέρ.

Μια άλλη Κυριακή είναι αφιερωμένη στη μαγειρική. Εμπνευσμένα ένθετα αυτά, θα μπορούσαν να ενταχθούν και στην ενότητα του πολιτισμού. Τα εκθέματα στις φωτογραφίες, αριστουργηματικά γεύματα, πολύχρωμα και δουλεμένα στη λεπτομέρεια. Και δίπλα οι συνταγές. Το μυστικό κρύβεται στη ρόκα, τις σταφίδες και τα κουκουνάρια. Μα παντού;

Εκτός όμως από την ενημέρωση η κυριακάτικη συγκομιδή έχει να προσφέρει και μόρφωση και ψυχαγωγία. Θυμάσαι το σπίτι που ανακαίνισες βάσει των προτάσεων που λέγαμε; Ε καλά έκανες κι έβαλες βιβλιοθήκη. Ίσα που θα χωρέσει βέβαια τον ανεκτίμητο μισοτσάμπα πλούτο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τα βιβλία που άλλαξαν τον κόσμο (έλα τώρα που θες να μάθεις και πώς ήταν πριν αλλάξει), όλη αυτή τη γνώση που δεν έκανες ποτέ τον κόπο να την αναζητήσεις αλλά τώρα σου προσφέρεται, και θα ήταν αγένεια να πεις όχι.

Μπορείς μάλιστα να φτιάξεις και το δικό σου βίντεο κλαμπ, από Φασμπίντερ μέχρι την τελευταία σαβουροταινία, αριστουργήματα χαρακτηρίζονται άπασες από τον εκδότη, και ξυπνάει μέσα σου το μανιώδη συλλέκτη. Ναι, εκείνο το παιδί που μάζευε αυτοκόλλητα και καπάκια από αναψυκτικά είναι ακόμα εδώ.

Έχει και μουσική για όλες τις προτιμήσεις. Ακόμα και δίσκους ολοκαίνουργιους. Σε πρώτη κυκλοφορία, κι οι καλλιτέχνες μετά καμαρώνουν για την τεράστια επιτυχία στις πωλήσεις. Παρακαλώ οι απονομές στα περίπτερα, όπως και οι διανομές.


Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Πλαστικές σημαίες


Πολλά πλαστικά σημαιάκια ανεμίζουν τριγύρω κι όχι μόνο όταν έχουμε εθνική γιορτή. Κηρύγματα αρετής, δόξας και τιμής σε τιμή ευκαιρίας, κι έτσι ανεβαίνουν οι πωλήσεις.

Οι έμποροι κουβαλούν από δω κι από κει τους πάγκους τους, συναρμολογούν την εύφλεκτη πραμάτεια τους και τη διαλαλούν με εκκωφαντική περηφάνια. Στοιβάζουν ιδέες και πιστεύω στα καλάθια, μαζί με τα δικά τους φτηνά υλικά, βελτιωμένα μοντέλα σου λένε, πρέπει να τα πάρεις. Αν δεν τα θες σημαίνει πως θες να τα κάψεις, απαπά είσαι κατάπτυστος. Αν τα θες, θα πάρεις όλο το σετάκι, δες την κυρία δίπλα τι ωραία που της πάει, το προβάρει τώρα για την παρέλαση.

Σε τούτα τα παζάρια λοιπόν περίοπτη θέση κατέχει ένα προϊόν στο οποίο οι παντοπώλες βάζουν το ταμπελάκι του πατριωτισμού. Πατάνε πάνω στο κοινό σημείο της καταγωγής, σα να μπορείς στο όνομα της γεωγραφίας να σκάψεις το μυαλό μου και να μου φυτέψεις αυτό που λες εσύ πατρίδα, που όμως δεν είναι κανενός πατρίδα. Ούτε καν δική σου. Γιατί το εμπόρευμά σου δε γίνεται να το ‘χεις και στις προθήκες και στην ψυχή σου.

Και πολύ μίσος βρε παιδί μου. Πώς αντέχεις και το κουβαλάς από πανηγύρι σε πανηγύρι; Πλαστική κατασκευή θα μου πεις, εύκολη στη μεταφορά.

Αλλά τώρα που είπα μίσος, και κείνο τ’ άλλο που έφτιαξες και πουλάς, το παραδίπλα ντε, που το ‘χεις με την επωνυμία «θρησκεία», ε το παράκανες με τη δοσολογία και του φαίνονται οι αντιφάσεις στη ραφή. Δεν θα πείθεις και θα χρειαστεί να κατεβάσεις την τιμή.

Ευτυχώς υπάρχουν και οι θεσμοί. Α εδώ θα τα πας πολύ καλά, θα κάνεις κι άλλη παραγγελία. Αρκεί να τους πλασάρεις σωστά. Σε κρίση δηλαδή. Και μην κάνεις εκπτώσεις. Σε θέλω αμείλικτο.

Ας πάρουμε ένα εντελώς τυχαίο παράδειγμα από τα ράφια. Οικογένεια. Θα κάνεις τη γνωστή σύγκριση, με τις παλιές καλές εποχές κλπ κλπ –πρόσεχε πώς θα το θέσεις, μη χάσουμε το γυναικείο κοινό. Και μετά ρίχνεις τα διαζύγια. Με ποσοστά να κάνεις κι εντύπωση. Και βγάζεις την ετυμηγορία: οι οικογένειες δεν πρέπει να διαλύονται όταν υπάρχουν παιδιά. Πες το άφοβα. Ευτυχώς τα παιδιά των δυστυχισμένων οικογενειών δεν είναι στο τάργκετ γκρουπ σου.

Το καλό με τις πλαστικές σημαίες είναι πως δεν χρειάζονται επιχειρήματα. Είναι επιχειρήματα από μόνες τους. Κάθε ιδέα θέλει τη στήριξή της. Οι πλαστικές σημαίες στηρίζονται σε κάτι γελοία καλαμάκια. Κούφια.

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Δημοκρατικός διάλογος


Κάθε εποχή έχει τους πρωταγωνιστές της. Πάντοτε όμως υπάρχει στη μαρκίζα μια θέση, περίοπτη, για τους νοσταλγούς άλλων εποχών. Είναι εκείνοι που επαγγέλλονται την καταγγελία. Κυκλοφορούν πέρα δώθε μ’ ένα τσουβάλι έναρθρες κραυγές και τα ντεσιμπέλ δυναμώνουν στις λέξεις «ήθος», «αξίες», «σεβασμός».

Τους συναντάς παντού και μάλιστα με ποικίλες ιδιότητες: επιστήμονες, ταξιτζήδες, παπάδες, φοιτητές, συνδαιτυμόνες, και φυσικά τηλεπερσόνες.

Όλοι αυτοί λένε ότι αγαπούν το διάλογο. Τιμούν τη δημοκρατία. Ανταλλαγή απόψεων, κατόψεων και λοιπά πλουραλιστικά. Ψοφάνε για διάλογο και σε βλέπουν πάντα ως διαθέσιμο συνομιλητή. Και μόνο που έτυχε να βρεθείς μπροστά τους σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να τιμήσεις τη δημοκρατία μαζί τους.

Ξεκινούν μ’ έναν πρόλογο. Αυτό το πρώτο στάδιο είναι το λιγότερο κουραστικό. Απλώς μια ενοχλητική μουρμούρα την ώρα που τρως, χαζεύεις ή ταξιδεύεις. Μια γενική εισαγωγή για τα χαλασμένα ήθη, που σηματοδοτεί το πέρασμα στο συγκεκριμένο, στα τρομερά σημεία των καιρών.

Σε περίπτωση που ο επίδοξος «συζητητής» σου είναι νεαρής ηλικίας –ή ακόμα κι αν ανήκει σε κείνες τις όχι και τόσο νεαρές ηλικίες που όμως για καθαρά ψυχολογικούς λόγους χαρακτηρίζουμε νεαρές μετά τα τριάντα (μας)- τότε μάλλον θα παραλείψει τα γενικά περί παλαιών ηθικών καιρών και θα πάει κατευθείαν στα τωρινά χωράφια. Μάλιστα αυτός ο (κάπως) νέος ρήτορας θα κλίνει και περισσότερο προς τη λογικοφάνεια, θα έχει το άγχος του επιχειρήματος περισσότερο από τον μεγαλύτερο σε ηλικία «συνάδελφό του», τον τυχερό που κατέχει την εμπειρία ζωής, και δη της παλιάς, της καλής.

Δεύτερο στάδιο: το συγκεκριμένο. Είναι πάνω κάτω γνωστά τα θέματα που προκαλούν σε αυτούς τους τύπους την ανάγκη να ξεδιπλώσουν τα ιδανικά τους. Δεν έχεις λόγο να μακαρίζεις κανένα ηθικό παρελθόν αν δεν είσαι από κείνους που σκοντάφτουν στα σκαλοπάτια μιας πιο ανοιχτής κοινωνίας. Ακόμα κι αν βλέπεις κακοτεχνίες στην οικοδομή, δε νοσταλγείς τον καιρό που δεν είχαν αρχίσει ακόμα οι εργασίες.

Τα παθιασμένα κηρύγματα ξεκινούν με δηλώσεις τύπου «εγώ ρατσιστής δεν είμαι». Συγχαρητήρια. Πόσο θλιβερό που το επισημαίνεις. Πόσο αδιάφορα μου είναι τα επιχειρήματά σου, που θα σε φέρουν εκεί ακριβώς που ξεκαθάρισες ότι δεν ανήκεις. Η λέξη σ’ ενοχλεί; Θες να το λέμε αλλιώς;

Στις διευκρινιστικές ατάκες ανήκει και το περίφημο «είναι κι αυτοί άνθρωποι», όταν το θέμα είναι οι μετανάστες. Υπέροχο που μπορείς να αναγνωρίσεις ότι όποιος μιλά μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις δεν κοάζει ούτε βρυχάται. Αυτή η αποδοχή της ανθρώπινης υπόστασης διασαφηνίζεται συχνά και για τους ομοφυλόφιλους. Εδώ πέφτει και το καλό χαρτί: «Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στο κρεβάτι του.» Δηλαδή το μόνο σου πρόβλημα θα ήταν αν βάζαμε στα κρεβάτια ροδάκια και τα σέρναμε. Άρα μάλλον κάτι δεν κατάλαβα καλά γιατί όλο τούτο το λογύδριο (μετά τη γενναιόδωρη δήλωση για τα κρεβάτια) κάτι σε ομοφοβικό παραλήρημα μου κάνει.

Στο τέλος της δημοκρατικής αυτής συζήτησης, σκάει μία ακόμα διευκρίνιση: «Εγώ δεν ανήκω σε κανένα πολιτικό χώρο.» Εντελώς τυχαία πάντως, εκπροσωπείσαι.


Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Αποδείξεις


Ανέκαθεν οι τσέπες μου φιλοξενούσαν αυτοσχέδιες συλλογές: χτυπημένα εισιτήρια, περιτυλίγματα από τσίχλες δυόσμου, άχρηστα σημειώματα, ξεχασμένα ρέστα. Ένας μικρός χάρτινος κόσμος, αυθόρμητα συναθροισμένος, μ’ ένα στριμωγμένο ταξίδι για μοίρα και το πλυντήριο για προορισμό.

Τον τελευταίο καιρό όμως, αυτές οι παραμελημένες αποσκευές πληθαίνουν. Οι νέοι ένοικοι της τσέπης, διαθέτουν και περγαμηνές χρηστικότητας –το λένε και οι ειδήσεις. Μπορούν να σε φοροαπαλλάξουν.

Έτσι όμως δεν συνέβαινε πάντα με τις αποδείξεις; Σάμπως η ταμειακή μηχανή δεν ξεπατικώνει άλλους μηχανισμούς, διαπροσωπικούς; Προσκομίζεις αποδείξεις και απαλλάσσεσαι, ειδάλλως πληρώνεις.

Όλο και κάπως θα τυχαίνει να σου σερβίρονται κατηγορίες. Εκεί είναι που σου χρειάζονται οι αποδείξεις. Ντοκουμέντα βρε παιδί μου, γεγονότα. Τεκμήρια αθωότητας, να πεις όχι δεν είναι έτσι, έχω τις αποδείξεις μου. Εγώ δεν, εγώ αυτό, εγώ αλλιώς.

Κι έτσι από το πουθενά, στήνεται ένα μικρό δικαστήριο. Και το «εγώ δεν» φέρνει το «ναι όμως εσύ». Γιατί πώς γίνεται να δικαιωθώ αν δεν βγάλω εσένα λάθος; Κι έλα να χτυπήσουμε τα γεγονότα στην ταμειακή μηχανή, και τα καλά μαζί που φέραν άσχημα, κι ύστερα να τα τσαλακώσουμε και να τα στριμώξουμε στις τσέπες μας μαζί με τα ρέστα. Όμορφα.

Ένα κουβάρι αποδείξεις που όλο θα τις ξεχνάς και θα καταλήγουν στο πλυντήριο, στο πρόγραμμα με το στύψιμο. Και πού και πού θα τις ανακαλύπτεις τυχαία, κάτι ασουλούπωτα χαρτάκια έτοιμα να διαλυθούν. Όσα γράφτηκαν θα έχουν βέβαια σβηστεί απ’ τα τόσα πλυσίματα, μαζί με τ’ ακυρωμένα εισιτήρια, μπορεί να ‘χουν πάρει και λίγο από άρωμα δυόσμου.

Ωστόσο υπάρχει πάντα η επιλογή να μη μαζέψεις αποδείξεις. Επιμένεις να σκέφτεσαι, να μιλάς, να αγαπάς, να κλαις και να τσακώνεσαι, να ζεις στο αφορολόγητο σύμπαν σου. Γιατί οι στιγμές σου έτσι γίνονται πολύτιμες, είναι και που διατηρούνται καλύτερα αν δεν τους δώσεις χάρτινη μορφή. Τότε όμως δεν προσδοκείς απαλλαγές. Ακόμα κι αν έρθουν τελικά να σου ζητήσουν τη λογιστική σου συλλογή δεν θα ψάξεις στις τσέπες σου μπας και παρ’ ελπίδα έχει ξεπέσει κάνα ντοκουμέντο.

Μα θα μου πεις, αν χρειαστεί ν’ αποδείξω ότι δεν είμαι ελέφαντας; Ε νισάφι πια με αυτήν την παροιμιώδη εξυπνάδα. Βρε αγάπη μου, αν έχει φτάσει ο άλλος άνθρωπος να σε βλέπει με χαυλιόδοντες και προβοσκίδα, τι θα περισώσεις με δυο-τρεις τσαλακωμένες αποδείξεις;