Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

ΜΕΣΑ




  Με το Δημήτρη Παπαϊωάννου έχω μια σχέση πολύ προσωπική. Δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ, δεν έχουμε ανταλλάξει λέξη, δεν τον αποκαλώ με το μικρό του όνομα. Ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο προσωπική χρόνια τώρα. Είναι βέβαια μια σχέση που πέρασε καμπόσα στάδια. Όπως κάθε σχέση που σέβεται τον εαυτό της. Αγάπησα, έκλαψα, θύμωσα, περίμενα, ντράπηκα, έφυγα και πάλι εδώ. Είναι και που δε με θεωρεί δεδομένη κι όσο να πεις με κολακεύει λιγάκι αυτό.

   Και να σου πω και κάτι μια κρίση την περάσαμε τώρα τελευταία. Έφταιξε και κείνο τις προάλλες που μπήκε στο δωμάτιο με τον Καβάφη και την Πλάτωνος κι ένιωσα ότι μου χρώσταγε μονόπετρο αλλά δε μου το ‘χε τάξει ο άνθρωπος, μονάχη μου το μελετούσα και πρόβαρα το αϊντού. Όπως καταλαβαίνεις, με πιάσανε οι τύψεις μου εκ των υστέρων. Σε μια σχέση οφείλεις σεβασμό στου αλλουνού τη μετατόπιση, ψυχαναλύθηκε βρε παιδί μου, το ‘ψαξε αλλιώς, λύσσαξα εγώ να του κάνω κριτική, μη και μου χαλάσει τη βολή μου. Τ’ αφήνω αυτά τώρα, γιατί βλέπεις λίγο θέλω να πιάσω τ’ άλυτά μου τα οιδιπόδεια.

   Πήγα στο Μέσα χωρίς προσδοκίες. Μη σου πω και με καχυποψία τύπου είχες και στο χωριό σου πρότζεκτ, ούτε προτζέκτορα και τέτοιες εξυπνάδες. Μπήκα διακριτικά, μη νομίζει ότι του κρατάω και μούρη ο μετατοπισμένος, κι εκεί με είδα. Όχι δε μ’ έχει προδώσει, είμαι ακόμα το υλικό του. Εγώ, οι φίλοι μου κι όσοι δεν ξέρω. Κι όσοι ξέρω και δε χωνεύω ακόμα. Ανάλυση δεν έχω να σου κάνω, δεν ξέρω, μην κοροϊδευόμαστε κιόλα. Αν επιμένεις όμως να σου πω ότι βρήκα και Τσέχοφ, και Προυστ κι εκείνο τον έρμο τον Τζόις που ποτέ δεν κατάφερα να διαβάσω κύριε Μπλουμ. Το ‘πιασα, δεν επιμένεις.

   Μπορεί και να το παραπήρα προσωπικά αλλά μπορεί αυτό να ήθελε. Είδα το χρόνο μου. Το χρόνο που έχω, το χρόνο που δεν έχω, το χρόνο που καμώνομαι πως δεν έχω, το χρόνο που χάνω. Είδα το μόνη μου, και το μαζί που πάλι μόνη μου είναι, αυτό το κλισέ που όμως άλλο να τ’ ακούς και άλλο να το βλέπεις.

   Γύρισα σπίτι μου, άναψα το θερμοσίφωνα, έκανα μπάνιο, με κατάπιε το κρεβάτι. Ακριβώς όπως εκεί μέσα. Αλλά με λιγότερο στυλ. Μάλλον με άγαρμπες κινήσεις. Και μου ‘λεγε η μάνα μου πήγαινε μπαλέτο να ξέρεις να στέκεσαι όταν μεγαλώσεις, τίποτα εγώ, έμεινα ατσούμπαλη.

   Με πόνεσε που μου δείξατε τον κενό μου χρόνο φάτσα μόστρα κύριε Παπαϊωάννου. Με πόνεσε και που με δείξατε κάτι σαν αόρατη. Σα να είχαμε τσακωθεί και να μου κάνατε καθρεφτάκι. Αλλά μου χρειαζόταν.