Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Επέστρεφα...





Παρασκευή 18 Οκτωβρίου, ώρα 8 περίπου, μετρό Συντάγματος. Γυρίζω σπίτι. Και άλλοι πολλοί άνθρωποι γυρίζουν σπίτι, ή όπου αλλού. Είμαστε όλοι κουρασμένοι και θλιμμένοι. Κοιτάζω τους απέναντι, αυτούς που θα πάνε προς την άλλη κατεύθυνση, το ίδιο κουρασμένοι και θλιμμένοι. Μου είναι όλοι γνώριμοι. Έχουμε συναντηθεί πολλές φορές, εμείς ή άλλοι. Στην ίδια κατάσταση.

Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει. Έχω τη φευγαλέα εντύπωση πως κάτι έχει αλλάξει, κάτι έχει προστεθεί σ’ αυτό το τόσο συνηθισμένο γκρίζο σκηνικό. Παρατηρώ λίγο καλύτερα. Μα ναι, πώς δεν το πρόσεξα αμέσως! Το πλήθος που περιμένει τον απέναντι συρμό δεν είναι πια σκέτο γκρίζο, έχουν και λίγο χρώμα στην πλάτη τους. Κάτι κίτρινο με μια μικρή ζωγραφιά και μερικές λέξεις.

Ξαφνικά θυμήθηκα όλη τη συζήτηση της προηγούμενης μέρας για την καμπάνια με τον Καβάφη στα μέσα μαζικής μεταφοράς. «Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά.» Αυτό έγραφε στον τοίχο. Ή μάλλον όχι στον τοίχο. Σε ένα μεγάλο κίτρινο αυτοκόλλητο στο οποίο διακρίνονταν κάπως τα χωρίσματα από τα πλακάκια που η ποίηση είχε καλύψει.

Θυμήθηκα όλη τη συζήτηση κυρίως για το στίχο «είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία», τα είπαν όλοι, τα είπε ο Σαραντάκος καλύτερα απ’ όλους. Όμως εκείνη την ώρα ήμουν πολύ κουρασμένη για να σκεφτώ. Εκείνη την ώρα μόνο χάζευα. Και το μόνο που ένιωσα ήταν ότι ο Καβάφης δεν είχε θέση εκεί. Σ’ ένα δεν-έχω-σήμερα-κεφάλι-για-δουλειά, σ’ ένα αδιάφορο σκίτσο με γυαλάκια και σ’ ένα ίδρυμα Ωνάση πάνω σε κίτρινο αυτοκόλλητο πάνω στα πλακάκια της αποβάθρας.

Ή μάλλον ο Καβάφης έχει θέση εκεί. Μπορώ να διακρίνω μερικούς ανθρώπους απέναντι που περιμένουν το μετρό διαβάζοντας. Εκεί είναι ο Καβάφης χωρίς αυτοκόλλητο. Μπορώ να διακρίνω τον Καβάφη και σε αυτούς που δε διαβάζουν στο μετρό. Ακόμα και σ’ αυτούς που δε διαβάζουν ποτέ, κι ας μην το ξέρουν. Υπάρχει περίπτωση να το μάθουν. Όχι διαβάζοντας από περιέργεια «αυτό το κουλ τυπάκι με τα γυαλιά που λέει ότι δεν έχει κεφάλι για δουλειά». Ακόμα κι αν όλο αυτό μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα «κόλπο» για να τον διαβάσουν (λέμε τώρα) ε όχι, δεν του αξίζει του Καβάφη αυτό το καροτάκι.

Τέλος πάντων, γύρισα σπίτι και μετά σκέφτηκα πως κοίταξα μόνο στους απέναντι και δε γύρισα από περιέργεια να δω αν είχα κι εγώ Καβάφη στην πλάτη μου. Παίζει να ντράπηκα τον Ποιητή.



Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Υποθέσεις για ανυποψίαστους




Ας υποθέσουμε πως υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους όλα αυτά που παίζουν τον τελευταίο καιρό οι τηλεοράσεις τους είναι  τρομερές αποκαλύψεις. Ας υποθέσουμε πως δεν ήξεραν. Δεν ήξεραν ότι οι χρυσαυγίτες είναι ναζί εγκληματίες. Αναρωτιόμαστε λοιπόν: τι σκέφτονται τώρα αυτοί οι άνθρωποι; Άλλαξαν γνώμη; Αποφάσισαν να μην τους ξαναψηφίσουν;

Ας μη γελιόμαστε. Αυτοί οι άνθρωποι είναι αρκετά ηλίθιοι αλλά όχι τόσο ηλίθιοι ώστε να μην είχαν καταλάβει ότι οι χρυσαυγίτες είναι ναζί. Απλώς δεν τους πολυνοιάζει. Δεν τους νοιάζει τίποτα που δεν επηρεάζει την καθημερινότητά τους σε πρώτο επίπεδο.

Και ότι οι χρυσαυγίτες είναι εγκληματίες, κι αυτό το ήξεραν. Αλλά εντάξει, μετανάστες βαράνε. Που έτσι κι αλλιώς είναι μισητοί. (Μου είναι αδύνατον να χρησιμοποιήσω τη λέξη «λαθρομετανάστης» ακόμα και υποθέτοντας το σκεπτικό του χρυσαυγ... του ψηφοφόρου της χρυσής αυγής εννοώ –αλλά στάσου, ο πασόκος, ο νεοδημοκράτης, ο συριζαίος είναι ψηφοφόροι. Χρυσαυγίτη δε λένε τον «ανυποψίαστο» ψηφοφόρο;)

Μα θα μου πεις, δεν ήξεραν οι ανυποψίαστοι χρυσαυγίτες ότι οι υποψιασμένοι χρυσαυγίτες σκοτώνουν και Έλληνες. Κάτσε, ποιους Έλληνες σκοτώνουν; Αυτούς που δεν τους γουστάρουν. Αλλά οι ανυποψίαστοι χρυσαυγίτες δεν ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία, τους ψήφισαν άλλωστε, και τέλος πάντων αν υποθέσουμε πως δε γουστάρει τη χρυσή αυγή κάνας γνωστός τους (είπαμε, η καθημερινότητα σε πρώτο επίπεδο πάντα) γιατί να το φωνάζει δηλαδή, σημαίνει πως πάει γυρεύοντας, και όλα κι όλα άμα πας γυρεύοντας το τρως το κεφάλι σου. Στάνταρ. Ενώ άμα κοιτάς τη δουλειά σου όλα οκέι, δε σε πειράζει κανείς. Αν βέβαια τώρα δεν έχεις δουλειά, αυτό σου δίνει το δικαίωμα να υποστηρίζεις δολοφόνους, αρκεί να λένε πως δεν είναι δολοφόνοι.

Ας υποθέσουμε λοιπόν πως ψήφισαν κάτι που τους φαινόταν επιθετικό προς το κράτος που τους κλέβει και τους αδικεί. «Να μπουν στη βουλή να τους δείρουν.» Μάλιστα. Τώρα αυτοί οι βουλευτές φαίνονται ακόμα πιο βίαιοι απέναντι στα ΜΜΕ που κοροϊδεύουν τον κόσμο, ακόμα πιο ανεπιθύμητοι στους πολιτικούς που κλέβουν και αδικούν τον κόσμο. Τέλεια;

 Ναι αλλά ας υποθέσουμε ότι-

Ξέρεις κάτι; Όχι. Δε θα μπω άλλο στη λογική όλων αυτών των ρατσιστών «ανυποψίαστων» ψηφοφόρων, όλων αυτών των ανθρώπων για τους οποίους η ανθρώπινη ζωή μετράει μόνο υπό προϋποθέσεις. Δε θέλω να μπω στο μυαλό τους. Θα μείνουν για πάντα αυτοί οι άγνωστοι. Οι απέναντι. Οι σκατόψυχοι. Να μην υποθέσουμε τίποτα. 

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

ένας άνθρωπος αρκετά θλιμμένος


  

Γνωρίζω έναν άνθρωπο αρκετά θλιμμένο. Είναι θλιμμένος εδώ και πολύ καιρό. Την πρώτη φορά που τον συνάντησα μου φάνηκε κοινωνικός, ύστερα γίναμε φίλοι και κατάλαβα πόσο μοναχικός είναι. Μου γνώρισε και τους άλλους φίλους του, κάναμε παρέα, κουβεντιάσαμε με τις ώρες, ξενυχτήσαμε, γελάσαμε πολύ, θλιμμένοι όλοι και μοναχικοί. Αν σου φαίνεται παράξενο που οι θλιμμένοι γελούν και οι μοναχικοί έχουν φίλους, μπορείς να σταματήσεις εδώ. Αν το βρίσκεις αυτονόητο, συνεννοηθήκαμε.


Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν είχε επιλέξει να ζει με έναν τρόπο που τον ικανοποιούσε κάπως. Tου επέτρεπε τουλάχιστον να διαβάζει, να βλέπει ταινίες, παραστάσεις, να ακούει μουσική, να αγαπάει ανθρώπους, να σκέφτεται. Τα γύρω-γύρω δεν τον απασχολούσαν. Είχε πάντα τη δυνατότητα να επιλέξει το δικό του κόσμο και να νιώθει ασφαλής μέσα σε αυτόν.

Και ξαφνικά έπεσε μαύρο. Ή μάλλον όχι και τόσο ξαφνικά. Έπεφτε μαύρο σιγά-σιγά. Από κάποια χρονική στιγμή που ίσως να μην καταφέρει ποτέ αυτός ο άνθρωπος να προσδιορίσει, το χυδαίο, το κακόγουστο, όλο αυτό που δεν είχε καμία αξία γύρω του άρχισε να γίνεται επιθετικό. Εκείνος συνέχιζε να το σνομπάρει, αλλά αυτό είχε ήδη σταματήσει να τον σνομπάρει όπως πριν. Γιατί στην πραγματικότητα το χυδαίο δεν τον σνόμπαρε ποτέ. Τον φθονούσε βαθιά και προσπαθούσε συχνά να ειρωνευτεί τον ακατανόητο κόσμο του ανθρώπου μας.

Και τότε έπεσε μαύρο. Σε μια οθόνη. Όχι του υπολογιστή αλλά της τηλεόρασης. Από τον υπολογιστή το έμαθε βέβαια γιατί την τηλεόραση την άνοιγε πολύ σπάνια, την είχε στο σπίτι εθιμικά ας πούμε. Άλλωστε η τηλεόραση πρόβαλλε όλο αυτό που δεν τον αφορούσε. Το μαύρο όμως το έριξαν σε κείνο το σημείο της τηλεόρασης που αντιπροσώπευε ένα μικρό κομμάτι από τη δική του αισθητική. Επίσης το μαύρο το έριξαν με τρόπο που απέδειξε ότι ζούμε σε μια κοινωνία χωρίς δημοκρατία, και αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ για το θλιμμένο άνθρωπο που με όλα αυτά που έχει διαβάσει, δει, σκεφτεί, δεν μπορεί παρά να θέλει δημοκρατία.

Γνωρίζω έναν άνθρωπο που ήταν αρκετά θλιμμένος αλλά τώρα επιτέλους είναι θυμωμένος. Επιτέλους βγήκε στο δρόμο. Είναι δίπλα μου. Εγώ θα μείνω έτσι κι αλλιώς. Αλλά αν αυτός ο άνθρωπος απογοητευτεί, δε θα έχουμε καμία ελπίδα.



Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

#true_story




Πήγα που λες την περασμένη βδομάδα στο βιβλιοπωλείο. Σε αυτό που πηγαίνω κάθε φορά που ψάχνω ένα βιβλίο και είναι ένας συμπαθητικός υπάλληλος και μου δίνει το βιβλίο που ψάχνω και συζητάμε λίγο για βιβλία και τελικά μαθαίνω και για τα άλλα βιβλία που έψαχνα αλλά δεν ήξερα ότι τα ψάχνω. Στην περιγραφή της ακόλουθης σκηνής θα ονομάζω αυτόν τον άνθρωπο φίλο, κι ας μην κουβεντιάζουμε ποτέ για προσωπικά, μόνο για βιβλία, αλλά και τα βιβλία προσωπικά είναι.

Ενώ λοιπόν έψαχνα για ένα δώρο (ναι σαν εκείνες τις θείες που αντί για παιχνίδι έφερναν βιβλίο και απογοήτευση) μπήκε ένας κύριος. Γύρω στα 50, ευγενής φυσιογνωμία. Ο φίλος τον χαιρέτησε εγκάρδια, μίλησαν λίγο, ύστερα ο κύριος ζήτησε ένα δοκίμιο, ο φίλος το κατέβασε από ένα ράφι και του το έδωσε, ο κύριος άρχισε να το ξεφυλλίζει.

-Είδες τι έγινε με τον Μπαρμπαρούση;

Στην ερώτηση του φίλου ο κύριος απάντησε χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το βιβλίο.

-Δεν βλέπω ταινίες.

-Ποιες ταινίες; Για τη χρυσή αυγή σου λέω. Δεν είδες που πήγαν στο πανηγύρι...

Ο κύριος σήκωσε το βλέμμα του και τον διέκοψε αυστηρά:

-Δεν βλέπω τηλεόραση.

Ο φίλος κόμπιασε για μια στιγμή αλλά συνέχισε σε αποφασιστικό τόνο:

-Κάτι πρέπει να γίνει με τους φασίστες. Κάτι να κάνουμε. Δε γίνεται...

Δεύτερη διακοπή:

-Εγώ ξέρω τι πρέπει να κάνουμε.

Εδώ ο φίλος πήρε θάρρος και, σίγουρος ότι ο λόγιος συνομιλητής του θα είχε κάτι ενδιαφέρον να του πει, τον ρώτησε:

-Τι να κάνουμε;

-Να κλείσουμε τις τηλεοράσεις μας. Όσο δεν τους βλέπουμε, δεν υπάρχουν.

Ο κύριος, φανερά ενοχλημένος, έστρεψε πάλι το βλέμμα του στο βιβλίο που κρατούσε. Ήταν ένα δοκίμιο για την ποίηση του Λόρκα.


Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936): Δολοφονήθηκε από τους φασίστες.


Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

7%



   Είχες άσχημα παιδικά χρόνια. Μπορεί και να έτρωγες ξύλο και να σου λέγανε «για να γίνεις άνθρωπος». Και βέβαια το ξύλο δε σε κάνει άνθρωπο αλλά δε φταίει μόνο το ξύλο που δεν έγινες άνθρωπος. Ούτε που δεν είσαι έξυπνος φταίει. Κάπως φταίει όμως εκείνο που άκουγες να λέει η μάνα σου στη θεία σου ότι «του δικού μας δεν του κόβει και πολύ, δεν τα παίρνει τα γράμματα σαν τον δικό σας.» Διάβαζε πολύ ο ξάδερφος. Για σένα τα βιβλία ήταν παντελώς αδιάφορα. Δε σου 'τυχε ποτέ και κάνας δάσκαλος να τον νοιάζει.

   Οι γονείς σου δεν ήταν πλούσιοι, ούτε μορφωμένοι, αλλά λέγανε ότι είχαν «αρχές», εξού και για σένα οι «αρχές» απέκτησαν κάτι σαν αυταξία, όλες οι «αρχές», ακόμα κι αυτές που καταργούν κάθε αξία.

   Στην κρίσιμη ηλικία της εφηβείας έπρεπε να βρεις κάτι να σε υπολογίζουν οι παρέες. Κάνα ιδιαίτερο ταλέντο δεν είχες, κι αν είχες τέλος πάντων δεν το έμαθες ποτέ αφού δεν είχες ερεθίσματα να το καλλιεργήσεις. Υπήρχε κι ένα πρόβλημα με τις παρέες γιατί κάποιες παρέες θέλανε χιούμορ, εκεί δε σε βοηθούσε η νοημοσύνη σου. Φαντάζομαι πόσο αδύναμος και απελπισμένος ένιωθες μέχρι να ανακαλύψεις το γυμναστήριο. Και υπήρχε άπλετος χρόνος να αφοσιωθείς σε αυτό το στόχο, εφόσον δεν είχες και του κόσμου τα ενδιαφέροντα.

   Ο επαγγελματικός προσανατολισμός ήταν μεγάλο πρόβλημα, εκτός αν κατάφερες να χωθείς σε τίποτα σώματα ασφαλείας. Σε περίπτωση που δεν ευόδωσαν τα ρουσφέτια, παρόλο που ο βουλευτής που ψηφίζατε οικογενειακώς έκανε ό,τι μπορούσε για να ξεπληρώσει τις «αρχές» σας, έπιασες μια δουλειά κάπου, «να βγαίνει το μεροκάματο», και ν' ακούς τη μάνα σου να σου πετάει συνέχεια τα μεταπτυχιακά του ξαδέρφου σου. Και δώσ' του ασκήσεις για τρικέφαλους, να ρίχνεις τουλάχιστον καμιά γκόμενα και να μη σε περιφρονούν οι συναναστροφές που σου αντιστοιχούσαν. Ωστόσο πάντα ήξερες ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που σε περιφρονεί.

   Μετά είδες τον κόσμο να γυρίζει ανάποδα, μύρισες θυμό και στους άλλους. Μπορεί να ήσουν χρυσαυγίτης από πριν ή να έγινες τώρα. Όταν σε πλησίασαν για να οπλίσουν με μαχαίρια και σιδηρογροθιές το χέρι σου και τον εγκέφαλό σου. Σου πάσαραν και κάτι άλλα πράματα που σου τα είπαν ιδέες, που εσύ μέχρι τώρα νόμιζες ότι ιδέες έχουν μόνο οι μορφωμένοι και τα βαριόσουν. Φαντάζομαι τον ενθουσιασμό σου όταν κατάλαβες ότι μπορείς κι εσύ να έχεις ιδέες. Τίποτα περίπλοκο ευτυχώς, μόνο μίσος στον ξένο κι από άγνωστες λέξεις όχι πολλές, αυτά τα «πατρίδα» και «σημαία» τα θυμόσουν από τις παρελάσεις στο σχολείο, και το βήμα βέβαια το είχες φρεσκάρει στο στρατό.

   Λοιπόν για να τελειώνουμε, τον ξένο τον μισούσες από πριν. Ξένοι για σένα ήταν η μάνα σου και ο πατέρας σου που δε σε κατάλαβαν ποτέ, ο ξάδερφός σου, ο καλύτερός σου φίλος, η γκόμενα που δε σου έδινε σημασία, η γκόμενα που σου έδινε σημασία αλλά δεν είχατε τίποτα να πείτε. Και σου τις λέω γκόμενες για να συνεννοούμαστε, γιατί για να πούμε «σύντροφος» πρέπει να έχεις μια στοιχειώδη παιδεία και αν πούμε «γυναίκα» θα πρέπει να μιλήσουμε για ισότητα και δεν είναι ακριβώς ισότητα αυτό που είχε υπόψη του ο πατέρας σου όταν φώναζε τη μάνα σου «γυναίκα». Χωρίς παιδεία λοιπόν απευθυνόμαστε μόνο σε ένστικτα κι εσύ έχεις ενεργοποιήσει μόνο τα κατώτερά σου. Μόνο που με τα κατώτερα ένστικτα δεν μπορούν να συνυπάρξουν άνθρωποι σε μια κοινωνία. Κι εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να συνυπάρξουμε. Μάλλον χρειάζεσαι κάποιον ειδικό. Καταλαβαίνεις, ψυχίατρο εννοώ, όλο και κάποιος άλλος θα σου έχει πει ότι χρειάζεσαι βοήθεια ψυχιάτρου. Άσε με να μαντέψω, αν είμαι τυχερή και δε με δείρεις θα μου πεις να πάω εγώ να πάρω χάπια. Λοιπόν τα πήρα, σειρά σου τώρα.


Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Έτσι είναι αν έτσι ψηφίζετε




   Υπήρχε θυμάμαι ένα μάθημα στο σχολείο που το λέγανε «αγωγή του πολίτη». Δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα γιατί σε αυτή τη χώρα τα εκπαιδευτικά συστήματα αλλάζουν σαν τα πουκάμισα, ή μάλλον σαν τα συμφέροντα. Η «αγωγή του πολίτη» λοιπόν ήταν ένα από εκείνα τα μαθήματα τα μια φορά την εβδομάδα και κανένας δάσκαλος δεν είπε ποτέ σε γονιό «το παιδί σας πάει καλά στα μαθηματικά αλλά έχει πολλά κενά στην αγωγή του πολίτη». Θα μπορούσε βέβαια να πει «από τον τρόπο που μεγαλώνετε το παιδί σας καταλαβαίνω ότι έχει πολλά κενά στην αγωγή του πολίτη» αλλά μια τέτοια κουβέντα θα είχε θεωρηθεί αγένεια και προσβολή στο πρόσωπο του γονέα και θα προκαλούσε συζήτηση όχι για την «αγωγή του πολίτη» αλλά για τη «διαγωγή του δασκάλου». Πάντως ας μη γελιόμαστε, το να ασχοληθεί ένας δάσκαλος με την «αγωγή του πολίτη» ήταν ακόμα πιο σπάνιο κι από το να την έχει ο ίδιος.

   Μετά γίναμε δεκαοχτώ χρονών και βγάλαμε δίπλωμα οδήγησης και δικαίωμα ψήφου. Μόνο που για το δεύτερο δε μας ζήτησαν ποτέ να ξέρουμε τα σήματα. Γιατί η μόνη σχέση των σχολείων με την αγωγή του πολίτη είναι που τα κάνουν εκλογικά κέντρα και πάμε και ψηφίζουμε εκεί που δε μας έμαθαν να σκεφτόμαστε.

   Και σου λέει ο άλλος δε μ’ έκανες πολίτη, θα γίνω μόνος μου. Και βέβαια αυτό τον πιάνει κάθε φορά που έρχονται εκλογές, γιατί τότε τον φωνάζουν «πολίτη» από τα δελτία ειδήσεων. Τον άλλο καιρό τον λένε καταναλωτή, φίλαθλο, νεανικό κοινό, εργαζόμενο και πλέον άνεργο. Τώρα όμως έχει δύναμη, καλείται να κρίνει το αποτέλεσμα των εκλογών ο αναποφάσιστος. Και τον θεωρούν αναποφάσιστο γιατί δεν ξέρει τι να ψηφίσει, αντί να τον θεωρούν αναποφάσιστο γιατί δεν ξέρει πώς να ψηφίσει.

   Πάμε λοιπόν να πέσουμε απ’ τα σύννεφα βλέποντας πόσο εύκολος πελάτης για το φασισμό είναι αυτός που τα αίτια και τα αποτελέσματα της βίας δεν του τα εξήγησαν ποτέ, απλώς του τα υπαγόρευαν και του έλεγαν να τα μάθει απ’ έξω για να γράψει καλά στις πανελλήνιες. Και τώρα για τη βία «απ’ έξω» του λένε και του δείχνουν το μετανάστη. Και το θέμα του ρατσισμού ήταν μόνο ένα θέμα sos για την έκθεση, άντε να καταλάβει τώρα ότι είναι θέμα sos για την κοινωνία.


Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Παιδιά κομμουνιστών γονιών



   Κάτι είχα υποψιαστεί μεγαλώνοντας. Σιγουρεύτηκα εκεί γύρω στα τριάντα, εκεί γύρω που άλλα ξεκαθαρίζουν κι άλλα θολώνουν ακόμα περισσότερο.

   Λοιπόν όλα τα παιδιά του κόσμου μαθαίνουν μια πραγματικότητα. Και την πιστεύουν για πραγματικότητα μέχρι που γκουγκλάρουν μικρά κίτρινα λουλούδια. Για μας που είμαστε μια γενιά πίσω υπήρχαν οι εγκυκλοπαίδειες και αυτό είναι μια καλή ευκαιρία να μπω στο θέμα μου, γιατί στο σπίτι μας είχαμε τη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια που όπως και να το κάνουμε η πραγματικότητα δεν είναι το δυνατό της σημείο.

   Σε μας τα παιδιά των κομμουνιστών γονιών στο σχολείο μάς τα μαθαίνανε όλα λάθος. Που λάθος μας τα μαθαίνανε.

   Εκτός από τους κανόνες του σχολείου οφείλαμε να τηρούμε και άλλους κανόνες του σχολείου που τους μαθαίναμε στο σπίτι. Δε θα ξεχάσω το σοκ μου κάθε φορά που συμμαθητής μαρτυρούσε άλλο συμμαθητή. Απαράδεκτο. Και να σου πω κάτι; Ήταν απαράδεκτο. Βέβαια εμείς εκεί της υπερβολής, για να ζητήσουμε βοήθεια έπρεπε να μας έχουν σακατέψει τουλάχιστον.

   Πολεμικά παιχνίδια δεν μας έφερε ποτέ ο Άγιος Βασίλης, προφανώς ο δικός μας Άγιος Βασίλης είχε άλλους κανόνες από τους Αγιοβασίληδες του συρμού, ενώ ποτέ κομμουνιστής δεν έντυσε το παιδί του καουμπόη για ευνόητους λόγους.

   Εμείς τα παιδιά των κομμουνιστών γονιών χρειαζόμαστε ψυχανάλυση.

   Μάθαμε να διεκδικούμε ό,τι θέλουμε και να νομίζουμε ότι όλα τα μπορούμε κι αν δε μας βγήκε αυτό στην κοινωνία το κρατήσαμε στα προσωπικά κι άντε τώρα να το συνδυάσεις εσύ αυτό με άλυτο οιδιπόδειο.  

   Στο σύμπαν μας δεν υπήρχε κανείς να μας βολέψει σε μια θεσούλα στο δημόσιο, αυτά τ’ ακούγαμε μόνο στα ευρύτερα οικογενειακά τραπέζια και τότε δεν καταλαβαίναμε γατί τσακωνότανε ο μπαμπάς.

   Οι περισσότεροι από μας που ήμασταν παιδιά κομμουνιστών γονιών δεν είμαστε κομμουνιστές. Ξέρουμε όλα όσα δεν είμαστε. Αλλά δεν ξέρουμε τι είμαστε.

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

ΜΕΣΑ




  Με το Δημήτρη Παπαϊωάννου έχω μια σχέση πολύ προσωπική. Δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ, δεν έχουμε ανταλλάξει λέξη, δεν τον αποκαλώ με το μικρό του όνομα. Ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο προσωπική χρόνια τώρα. Είναι βέβαια μια σχέση που πέρασε καμπόσα στάδια. Όπως κάθε σχέση που σέβεται τον εαυτό της. Αγάπησα, έκλαψα, θύμωσα, περίμενα, ντράπηκα, έφυγα και πάλι εδώ. Είναι και που δε με θεωρεί δεδομένη κι όσο να πεις με κολακεύει λιγάκι αυτό.

   Και να σου πω και κάτι μια κρίση την περάσαμε τώρα τελευταία. Έφταιξε και κείνο τις προάλλες που μπήκε στο δωμάτιο με τον Καβάφη και την Πλάτωνος κι ένιωσα ότι μου χρώσταγε μονόπετρο αλλά δε μου το ‘χε τάξει ο άνθρωπος, μονάχη μου το μελετούσα και πρόβαρα το αϊντού. Όπως καταλαβαίνεις, με πιάσανε οι τύψεις μου εκ των υστέρων. Σε μια σχέση οφείλεις σεβασμό στου αλλουνού τη μετατόπιση, ψυχαναλύθηκε βρε παιδί μου, το ‘ψαξε αλλιώς, λύσσαξα εγώ να του κάνω κριτική, μη και μου χαλάσει τη βολή μου. Τ’ αφήνω αυτά τώρα, γιατί βλέπεις λίγο θέλω να πιάσω τ’ άλυτά μου τα οιδιπόδεια.

   Πήγα στο Μέσα χωρίς προσδοκίες. Μη σου πω και με καχυποψία τύπου είχες και στο χωριό σου πρότζεκτ, ούτε προτζέκτορα και τέτοιες εξυπνάδες. Μπήκα διακριτικά, μη νομίζει ότι του κρατάω και μούρη ο μετατοπισμένος, κι εκεί με είδα. Όχι δε μ’ έχει προδώσει, είμαι ακόμα το υλικό του. Εγώ, οι φίλοι μου κι όσοι δεν ξέρω. Κι όσοι ξέρω και δε χωνεύω ακόμα. Ανάλυση δεν έχω να σου κάνω, δεν ξέρω, μην κοροϊδευόμαστε κιόλα. Αν επιμένεις όμως να σου πω ότι βρήκα και Τσέχοφ, και Προυστ κι εκείνο τον έρμο τον Τζόις που ποτέ δεν κατάφερα να διαβάσω κύριε Μπλουμ. Το ‘πιασα, δεν επιμένεις.

   Μπορεί και να το παραπήρα προσωπικά αλλά μπορεί αυτό να ήθελε. Είδα το χρόνο μου. Το χρόνο που έχω, το χρόνο που δεν έχω, το χρόνο που καμώνομαι πως δεν έχω, το χρόνο που χάνω. Είδα το μόνη μου, και το μαζί που πάλι μόνη μου είναι, αυτό το κλισέ που όμως άλλο να τ’ ακούς και άλλο να το βλέπεις.

   Γύρισα σπίτι μου, άναψα το θερμοσίφωνα, έκανα μπάνιο, με κατάπιε το κρεβάτι. Ακριβώς όπως εκεί μέσα. Αλλά με λιγότερο στυλ. Μάλλον με άγαρμπες κινήσεις. Και μου ‘λεγε η μάνα μου πήγαινε μπαλέτο να ξέρεις να στέκεσαι όταν μεγαλώσεις, τίποτα εγώ, έμεινα ατσούμπαλη.

   Με πόνεσε που μου δείξατε τον κενό μου χρόνο φάτσα μόστρα κύριε Παπαϊωάννου. Με πόνεσε και που με δείξατε κάτι σαν αόρατη. Σα να είχαμε τσακωθεί και να μου κάνατε καθρεφτάκι. Αλλά μου χρειαζόταν.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Διαφορετικότητα

 Η διαφορετικότητα είναι αδόκιμος όρος. Δε στέκει, δεν υπάρχει στα λεξικά, πώς να σου το πω. Ή τέλος πάντων δεν τη βρίσκω. Έτσι ορισμό δεν μπορώ να σου δώσω. Απ’ τα συμφραζόμενα ό,τι πιάνω.

Να μου πεις για τη διαφορά μάλιστα. Αυτή υπάρχει. Ορίζεται. Έχει και συνώνυμο. Αντίθεση το λένε. Κάνει και αντίθεση με την ομοιότητα. Πώς λέμε ίδιος, καμία σχέση.

Και επειδή τα ουσιαστικά που καταλήγουν σε -ότητα βγάζουν κάτι πανανθρώπινο και ευγενές συνάμα, φόρεσαν στη διαφορά την επίσημη την κατάληξη κι έτσι μπορεί να συμμετέχει μέχρι και σε πάνελ.

Η διαφορετικότητα έχει χτιστεί πάνω σε αντιθέσεις. Κι όπως όλα τα χρηστικά και τα καταχρηστικά σε τούτον εδώ τον κόσμο οι αντιθέσεις κυκλοφορούν σε ζευγάρια. Σαν τις κάλτσες και τα παπούτσια. Και τους ανθρώπους.

Έχουμε λοιπόν το αρσενικό και το θηλυκό, το χοντρό και το λιγνό, το ξένο και το δικό. Κι άμα δεν είσαι όμορφος είσαι άσχημος, κι άμα δεν είσαι στρέιτ είσαι γκέι, κι άμα δεν είναι παλιό είναι νέο. Κι έτσι διπλά και όμορφα βολεύεις μια κοσμοθεωρία να έχεις να πορεύεσαι.

Κι εδώ φυτρώνει η διαφορετικότητα, κι ας μη στέκει στα λεξικά. Γιατί τ’ αυτονόητα δε χρειάζονται ορολογίες για να σταθούν. Και σου φωνάζει το αδόκιμο να κάνεις μια πρόχειρη επαλήθευση στα κλισέ σου τα ζευγάρια. Αυτά που νομίζεις παπούτσια, δεξί, αριστερό, ένα για κάθε πόδι, πάει και τελείωσε. 

Αλλά να σου πω κάτι; Μπορεί να είναι κάλτσες. Ολόιδιες. Μόνο που τη μία τη βρίσκεις αμέσως. Για την άλλη συνήθως ψάχνεις λίγο περισσότερο.


Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Εκλογές

Παλιά οι Κυριακές των εκλογών ήταν εκείνες οι Κυριακές που δεν υπήρχε λόγος να ξυπνήσεις νωρίς για να δεις παιδικά, γιατί η τηλεόραση έπαιζε όλη μέρα κάτι εκπομπές για μεγάλους. Άμα ήθελες μπορούσες να τις δεις, δεν ήταν ακατάλληλες, αλλά δεν ήθελες, βαριόσουν γιατί λέγανε για κόμματα και τέτοια.

Μέχρι το απόγευμα μιλάγανε και δείχνανε κάτι ανθρώπους που πηγαίνανε και ψηφίζανε και μερικοί ήταν κάτι φάτσες από τις ειδήσεις. Αυτοί μένανε και λίγο ακίνητοι με το φάκελο στο χέρι πριν τον ρίξουν και είχε λίγη πλάκα γιατί έμοιαζε με ένα δύο τρία στοπ και άρεσε σε πολύ κόσμο γιατί τους βγάζανε φωτογραφίες. Καμιά φορά αυτοί είχαν μαζί τους και τα παιδιά τους και σκεφτόσουν ότι κι αυτά βαριόντουσαν που εκείνη τη μέρα δεν είχε παιδικά.

Ήταν και κάτι άνθρωποι που τους έλεγαν μπράβο μπράβο θα νικήσουμε κι αυτοί τους πίστευαν και ήταν χαρούμενοι και δίνανε τα χέρια. Ύστερα λογικά θα πηγαίνανε λίγο σπίτι τους. Μπορεί να είχανε κι εκεί κοτόπουλο στο φούρνο με πατάτες όπως στο δικό σου σπίτι και στο τραπέζι μάλλον οι μεγάλοι θα λέγανε ποιος λες να βγει. Και σίγουρα είχαν ακόμα περισσότερη αγωνία από τους δικούς σου γιατί προφανώς τους αφορούσε κάπως πιο προσωπικά.

Όταν τελείωναν το φαγητό τους, μάλλον πολύ βιαστικά, φόραγαν πιο επίσημα ρούχα και τρέχανε στην τηλεόραση αλλά εκεί δεν έπαιρναν μαζί τους και τα παιδιά τους. Ίσως επειδή δεν είχαν τελειώσει τα μαθήματά τους ή για να μην τα τραβολογάνε όλο το βράδυ από κανάλι σε κανάλι και νυστάζουν και γκρινιάζουν τα καημένα.

Το απόγευμα δεν είχε Ρούλα Κορομηλά, αφού ήταν Κυριακή των εκλογών και είχε μόνο αυτούς από τις ειδήσεις. Έπαιζε και το Μαυρογιαλούρο βέβαια λίγο το μεσημέρι και γέλαγες γιατί όλο μούντζωνε μαζί με τους άλλους και στην πραγματικότητα μούντζωνε τον εαυτό του αλλά οι άλλοι δεν το ξέρανε.

Μετά είχε αυτό που το λέγανε αποτελέσματα και στην αρχή περίμεναν λέει να κλείσουν οι κάλπες και συζητούσανε πολύ γενικά πράματα γιατί μπορεί κάποιος να πήγαινε να ψηφίσει τελευταία στιγμή και να τον επηρεάζανε κι αυτό απαγορεύεται. Πάντως τις άλλες μέρες δεν απαγορεύεται. Μόνο τότε.

Μέχρι να κοιμηθείς είχε αποτελέσματα και σε αφήνανε να πας για ύπνο πιο αργά από τις άλλες Κυριακές γιατί δεν είχες σχολείο την επόμενη μέρα αφού και στο σχολείο σου είχε εκλογές και θα το ‘χαν κάνει άνω κάτω.


Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Ψήφος

Κάθε μέρα έχει τα κλισέ της. Και η Κυριακή τα περισσότερα. Άμα είναι μια συνηθισμένη Κυριακή λες έχω μελαγχολία. Άμα είναι Κυριακή των εκλογών λες πάω να ψηφίσω. Τον τελευταίο καιρό μπορεί να λες και σιγά μην πάω να ψηφίσω. Δημοκρατία έχουμε άλλωστε, ακόμα και στα κλισέ έχεις μια γκάμα επιλογής.

Την ψήφο σου είτε τη θεωρείς ουσιαστικό πράμα είτε όχι, οφείλεις πάντως να τη θεωρείς θηλυκό. Άμα την πεις ο ψήφος θα σε διορθώσουν και θα σε χλευάσουν. Ακόμα κι αν είσαι παίκτης ριάλιτι. Λες και οι ελλιπείς σου γνώσεις πάνω στα δευτερόκλιτα είναι πιο γελοίο από το ότι είσαι παίκτης ριάλιτι.

Όταν λοιπόν δεν ψηφίζεις στην τηλεόραση ή από το κινητό σου, ψηφίζεις σε παραβάν. Αυτά που μοιάζουν με δοκιμαστήρια, μόνο που δεν έχουν καθρέφτες. Ή μάλλον έχουν τον καθρέφτη σου, που τον κλείνεις γρήγορα στο φάκελο και τον πετάς σ’ ένα κουτί που το λένε κάλπη. Γιατί ήρθε η περιβόητη η ώρα της κάλπης που είναι πολλές ώρες, μέχρι τη δύση του ηλίου. Και σε αυτή την περίσταση λένε πάντα δύση του ηλίου, όχι ηλιοβασίλεμα γιατί τότε δε θα είχαμε εκλογές αλλά ρομαντζάδα.

Για να ψηφίσεις πας στο χωριό σου. Άμα δεν έχεις χωριό έχεις παιδικά τραύματα: εκείνο το σκέφτομαι και γράφω με θέμα το χωριό μου που όλα τα παιδάκια γράφανε για κάτι ανάμεσα σε παράδεισο και ζωολογικό κήπο κι εσύ έλεγες δεν έχω χωριό τι να γράψω. Και σου ‘λεγε ο δάσκαλος καλά εσύ γράψε για το σπίτι σου.

Η ψήφος είναι μυστική, δεν τη λες σε κανέναν. Εκτός αν θες να την πεις, δεν απαγορεύεται. Και να τη φωνάξεις μπορείς, επίσης υπάρχουν και σημαίες, πλαστικές και σαφέστατες. Όταν όμως ρωτάς τον άλλον άνθρωπο τι θα ψηφίσει ή αγένεια είναι ή γκάλοπ.

Πριν τις εκλογές βγαίνουν πολλά γκάλοπ που τα παραγγέλνουν διάφοροι. Και είναι κάπως παράξενο να παραγγέλνεις κάτι που δεν ξέρεις τι θα είναι. Πεταμένα λεφτά. Άντε να γίνεται καμιά φορά έτσι με τον Αϊ-Βασίλη, που άλλωστε εκεί μιλάμε για δώρα, κι όμως άμα σου φέρει κάτι που δε σ’ αρέσει και πολύ, το δίνεις στους γονείς σου να πάνε να τ’ αλλάξουν.

Πάντως το αποτέλεσμα κρίνεται τελικά από την ψήφο των αναποφάσιστων κι είναι πολύ άδικο αυτό. Γιατί χτυπάς τον άλλον στην αδυναμία του. Και πώς να πάρει μια απόφαση ψύχραιμη ο δόλιος ο αναποφάσιστος όταν φορτώνεις την απόφασή του με αποφασιστική σημασία;


Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Υποσχέσεις

Οι υποσχέσεις είναι πάντα της μόδας αλλά βγαίνουν σε περισσότερα χρώματα κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές. Αυτές οι προεκλογικές είναι δημόσιες υποσχέσεις. Δεσμεύεσαι δηλαδή μπροστά σε πολύ κόσμο, όχι αστεία.

Τις προεκλογικές υποσχέσεις δεν τις πιστεύει κανείς. Είναι όμως πάντα χρήσιμες για να κατηγορείς μετά αυτό που βγήκε και να λες όλοι ίδιοι είναι. Κι άμα αυτό που βγήκε δεν το ψήφισες έχεις το πλεονέκτημα του εγώ-σας-τα-λεγα. Άμα το ψήφισες έχεις το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του μας-εξαπάτησαν.

Και λες έτσι είναι οι πολιτικοί, όλο θα και υποσχέσεις. Κι ανοίγεις την τηλεόραση και παίζει πάλι το Μαυρογιαλούρο. Που επιβάλλεται σε αυτή την περίσταση όπως ο Ντίκενς τα Χριστούγεννα και ο Βαραββάς τη Μεγαλοβδομάδα. Που απορώ πώς δε βαρέθηκες πια τόσο ασπρόμαυρο Κωνσταντάρα, μα θα μου πεις όταν τον χρωμάτισαν όλο τον τρελοπενηντάρη έκανε. Και άλλωστε ο Μαυρογιαλούρος είναι πάντα επίκαιρος. Μα δεν υπάρχει και τίποτα που δεν το θεωρείς επίκαιρο. Και τις βάτες ακόμα που τις είχες για ξεπερασμένες πήγες και τις ξανάφερες στη μόδα, επίκαιρες τις έκανες κι αυτές.

Αλλά να πάμε λίγο και στις υποσχέσεις τις απολιτίκ, που εκεί ποντάρεις λίγο περισσότερο γιατί τον έχεις απέναντι τον άλλον άνθρωπο και σε κοιτάει. Μόνο που η τήρηση της υπόσχεσης ούτε εδώ είναι πολύ πιθανή. Γιατί αφού χρειάζεσαι να λάβεις υπόσχεση σημαίνει πως δεν έχεις και πολλή εμπιστοσύνη. Και με πιάνει μια προθυμία να σε δικαιώσω αφού δε μ’ εμπιστεύεσαι.

Οι υποσχέσεις κυκλοφορούν και σε μορφή όρκου. Εκεί ανακατεύεις και τα όσια και τα ιερά του καθενός, που έχουν μεγάλη γκάμα. Ό,τι αγαπάει τέλος πάντων τον βάζεις να επικαλεστεί, μπας και τον δέσεις έτσι με ντροπή ή τρόμο. Γιατί είναι τα καλύτερα όπλα αυτά, σαν ομηρία ένα πράμα.

Την υπόσχεση τη λένε και τάξιμο, και κάτι θρησκευτικό μού κάνει αυτό. Μπορεί και να με επηρεάζει που για την περίσταση φοράνε στους λαγούς τα πετραχήλια. Υπάρχει και μια συμβουλή βέβαια, να μην τάζεις κεριά και κουλούρια σε αγίους και παιδιά αντιστοίχως. Που αν κατάλαβα καλά, εννοεί ότι μετά θα σε ζαλίσουν να τους κάνεις το χατίρι. Και για τα παιδιά να το καταλάβω, αλλά εκεί με τους αγίους το χάνω λίγο, γιατί μάλλον κάποια μεταφυσική εμπειρία εννοεί κι εμένα κάτι τέτοια με μπερδεύουν.


Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Αντίθετα


Όταν μιλάμε για αντίθετα πράματα εννοούμε πως ό,τι δεν είναι το ένα είναι τ’ άλλο. Το καμία σχέση δηλαδή. Κι εκεί που έχεις ένα θέμα ξεκάθαρο, αδιαπραγμάτευτο τέλος πάντων, έρχονται και σου λένε όχι, θα τα συμβιβάσουμε τ’ αντίθετα, θες δε θες.

Η επιχείρηση συμβιβασμού των αντιθέτων ξεκινάει με αναφορές σε νόμους της φυσικής, που δεν την κατέχεις. Να σε πιάσει αδιάβαστο να μην μπορείς να διασταυρώσεις άμα σου λένε ανακρίβειες. Τα αντίθετα έλκονται, να το δεχτώ, μη σε κακοκαρδίσω, αλλά αποφάσισε επιτέλους άμα θες να μιλήσουμε για μαθήματα ή για ανθρώπους. Κι άμα θες να τα παραλληλίσουμε εξήγησέ μου πρώτα σε τι βάση με ταυτίζεις με μπαταρία.

Αυτά με τις φυσικές έλξεις των αντιθέτων μπορείς να τα βρεις σε κάτι στήλες περιοδικών που λέγονται σχέσεις. Που ειλικρινά με απασχολεί αν είναι ακόμα πιο αδιάφορες κι από το αφιέρωμα-αυτοκίνητο ή τα διακόσμηση, ντεκορασιόν και λοιπά στολίσματα. Αυτές οι εμβριθείς αναλύσεις λοιπόν τους αταίριαστους ανθρώπους θέλουνε σώνει και καλά να τους κάνουν να έλκονται, να παντρέψουν τις αντιθέσεις που λέμε. Και τι τους νοιάζει, άλλωστε δε θα πληρώνουν αυτοί τους δικηγόρους για τα διαζύγια. Ανακατεύουν και λίγη χημεία κάπου εκεί, υπάρχει χημεία στα αντίθετα, κι άλλη πρώτη δέσμη δηλαδή, να σε θολώσουν τελείως.

Και βέβαια σε τούτη τη σπουδαία αποστολή συμβιβασμού των αντιθέτων, σιγά μη δεν ανακατεύονταν τα κινέζικα που όλο κάτι σοφίες πάνε και σου αραδιάζουν και τις λένε παροιμίες. Σα να πήρε ο Κινέζος σοφός τα στιχάκια από το ημερολόγιο και τους χάλασε την ομοιοκαταληξία. Εδώ λοιπόν με τ’ αντίθετα είναι πιο πονηρή η μέθοδος. Αφήνει τις χημείες και τις φυσικές και πιάνει τη φιλοσοφία, που ήταν κι επιλεγόμενο μάθημα αλλά εσύ είχες πάρει ψυχολογία που είχε λιγότερο διάβασμα, άσε που πέρναγες τότε και το ψυχοψάξιμο του εφήβου. Και σου ανακατεύει κάτι ορολογίες μονοσύλλαβες που είναι ύπουλα τα μονοσύλλαβα, σε αιφνιδιάζουν. Λες κι είχα και στο χωριό μου γιν και γιανγκ, εδώ με δυσκολία έμαθα να λέω το φενγκ σούι, ίσα για να το πετάμε κάπου άσχετα, να λέμε καμιά εξυπνάδα. Αλλά εκεί με τα αντίθετα ο Κινέζος ο σοφός κάνει ένα κόλπο φτηνό, γιατί βρίσκει και πατάει στην αδυναμία σου. Ισορροπία σου πουλάει κι άντε μετά να του πεις φύγετε κύριε δε θέλουμε πλασιέ.

Μόνο που τα δικά σου αντίθετα, όσο και να σε κουράζουν και να σε ταλαιπωρούν αντίθετα τα θέλεις πάντα. Το πολύ-πολύ να τα συνηθίσεις κάπως, ίσα για να μη σου χαλάνε το φενγκ σούι.


Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Φήμες

Ερπετό λένε οι άνθρωποι ό,τι σέρνεται. Πρόκειται πάντα για κάτι σπονδυλωτό, και μια τέτοια περίπτωση είναι άλλωστε οι φήμες.

Κάθε είδηση που ισχύει στα σίγουρα λέγεται πληροφορία. Μετά που αποδεικνύεται ότι δεν ίσχυε στα πολύ σίγουρα της αλλάζεις όνομα και λες ότι ήταν μόνο φήμη. Υπάρχει βέβαια και η διάκριση των πληροφοριών σε εξακριβωμένες και ανεξακρίβωτες αλλά αυτό δεν το καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί άμα δεν έχει εξακριβωθεί από πουθενά η πληροφορία σου τι την κάνει πληροφορία; Κουτσομπολιό να την πεις να συνεννοούμαστε. Άμα πάλι τη χαρακτηρίσεις ανεπιβεβαίωτη πάει μακριά, και δε μετράει για πληροφορία αλλά για προσδοκία.

Η φήμη διαδίδεται σαν τη θερμότητα κι έννοια σου, υπάρχουν πολλοί καλοί αγωγοί της φήμης. Από στόμα σε στόμα και γίνεται αυτό το παιχνίδι που το λένε χαλασμένο τηλέφωνο και δεν έχει καμία βάση. Γιατί στα χαλασμένα τα τηλέφωνα λες δεν έχω σήμα ξαναπάρε, δεν κάθεσαι ν’ ακούσεις σκόρπιους φθόγγους για να σκαρώσεις λέξεις. Ούτως ή άλλως στο παιχνίδι αυτό το τηλέφωνο δεν είναι καθόλου χαλασμένο, μια χαρά ακούς τη λέξη, την αλλάζεις όμως λίγο για να έχει πλάκα. Αν και δε νομίζω ότι είναι ξεκαρδιστική υπόθεση να πεις μπαλόνι αντί για παντελόνι. Ωστόσο αυτό ακριβώς συμβαίνει με τις φήμες. Και ούτε εδώ έχει πλάκα.

Η φήμη μπορεί και να είναι διαφήμιση. Ή δυσφήμιση. Και στις δύο περιπτώσεις κοστίζει. Για την πρώτη πληρώνεις διαφημιστές, για τη δεύτερη δικηγόρους. Γιατί τη φήμη σου την έχεις για πολύ σημαντικό πράμα. Τη λες και υπόληψη και μόνη της η λέξη έχει ένα βάρος και μια διάθεση παρεξηγιάρικη, μη σου πω κι εξώδικη.

Από τις φλύαρες τις φήμες λοιπόν που κυκλοφορούν και διαδίδονται φυτρώνει η φήμη του καθενός, καλή, κακή, και τέτοιες βολικές αντιθέσεις. Καμιά φορά διίστανται οι απόψεις και τότε χαίρεσαι λίγο από μέσα σου γιατί είναι και πιασάρικη αυτή η εκδοχή. Και αν μη τι άλλο έχεις φήμη, που πάει να πει ανθρώπους που σε συζητάνε, αμφιλεγόμενη διασημότητα στο μικρόκοσμό σου.

Η απόλυτη όμως καταξίωση της φήμης είναι το περίφημο. Και δε νομίζω πως υπάρχει πιο πονηρή λέξη απ’ αυτόν το φαινομενικά αθώο χαρακτηρισμό. Λέξη-παγίδα. Σα να ‘ναι αυτονόητο πως το γνωρίζεις το περίφημο και το θαυμάζεις κιόλας. Κι άμα δεν το ‘χεις ξανακούσει ποτέ και απλώς κουνάς το κεφάλι σου σα να ξέρεις, είναι για να μη ρισκάρεις την καλή σου φήμη.


Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Παραδείγματα

Μερικές φορές όταν λες κάτι που σκέφτεσαι ο άλλος άνθρωπος σου λέει δώσε ένα παράδειγμα για να το καταλάβω. Το παράδειγμα είναι το συμπλήρωμα της θεωρίας. Μα θα μου πεις η πράξη είναι το συμπλήρωμα της θεωρίας αλλά την πράξη τη λένε συχνά για αντίθετο της θεωρίας και γι’ αυτό υπάρχουν μπόλικα παραδείγματα.

Το παράδειγμά σου πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο γενικό. Μη σε πειράζει που τότε θα μοιάζει με θεωρία. Θα είναι ό,τι το ονόμασες και αφού ως παράδειγμα είπες ότι το έφερες έτσι οφείλουν να το υποδεχτούνε.

Άμα έχεις αρκετή τύχη μπορεί να βρεις ένα τυπικό παράδειγμα για να κουβαλήσεις. Αυτό το σέβονται όλοι. Για τους τύπους. Το λένε και χαρακτηριστικό. Κι άμα δεν το λένε, το λες εσύ κι έτσι χαρακτηρίζεις όποιον θες. Και δεν ανησυχείς μήπως πει κανείς να μη βάζουμε ταμπέλες. Που σε κανέναν δεν αρέσουν οι ταμπέλες, μόνο όταν έχουν ορθογραφικά λάθη και γελάει ο κόσμος.

Γιατί εκεί που μιλάς για αφηρημένα πράματα και τα νοήματα είναι κάπως σκοτεινά (το ‘χουν αυτό τα νοήματα, σκιάζουν λίγο) πετάς ένα παράδειγμα κι είδες πώς έδειξε, φώτισε. Αν όμως δεν το πετύχεις διαφωτιστικό, μπορεί να σου το κατηγορήσουνε για ατυχές το παράδειγμά σου. Άσε που μπορεί και να φανεί ότι η συγκεκριμένη αυτή περίπτωση δε σου ήρθε έτσι για να στηρίξεις πρόχειρα ένα συλλογισμό, μια άποψη, μιαν ιδέα. Εκεί πάλευες να το φέρεις τόσην ώρα το θέμα σου, και σου κάνουν χάρη που το λένε ατυχές το μη παράδειγμα γιατί δεν ήταν καθόλου τυχαίο.

Μερικά παραδείγματα καταξιώνονται τόσο πολύ που γίνονται υποδείγματα. Μη σε μπερδεύει η πρόθεση η υποτελής. Προς μίμηση είναι αυτά, αφού μπορείς να τα λες και πρότυπα. Είναι για να τ’ ακολουθείς, δίνουν το καλό παράδειγμα, που εσύ κάθεσαι και το ψάχνεις αλλά ορίστε, το έχεις έτοιμο και πείθει άμα τη εμφανίσει.

Από την άλλη ό,τι δε σου αρέσει μπορεί να μην αρέσει και σε κάποιους άλλους ανθρώπους κι άμα συναπαντηθείτε και τα συμφωνήσετε μπορείτε να λέτε ότι δίνει το κακό παράδειγμα. Και ίσως να βολεύει λίγο που ονόμασες με παραδείγματα την αρετή και την κακία.

Μπορείς να υποστηρίξεις ό,τι θες. Άμα έχεις παράδειγμα θα πιαστεί για σωστό κι όλο και κάποιος θα βρεθεί να συμφωνήσει. Θα υποκύψει στη χάρη του παραδείγματος που έχει ένα αξιόπιστο προφίλ. Τη δύναμη του συγκεκριμένου, του χειροπιαστού. Καθώς τ’ άπιαστα θα παραμένουν οι αδυναμίες σου.


Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Αντιγραφή

Η αντιγραφή είναι από κείνες τις λέξεις που η ερμηνεία τους αλλάζει με τα χρόνια. Και μιλώ για τα δικά σου προσωπικά χρόνια κι όχι το πέρασμα του χρόνου που το λένε άλλοι-καιροί και κάτι εξίσου αόριστο για τα ήθη.

Τα παλιά σου τα χρόνια λοιπόν τη βαριόσουν την αντιγραφή. Όχι ότι έβρισκες συναρπαστική την ορθογραφία δηλαδή αλλά τουλάχιστον εκεί τα λάθη είχαν προσωπικότητα. Στην αντιγραφή ακόμα και τα λάθη από πλήξη γίνονταν. Και μάλιστα με τα καλά σου γράμματα.

Πρόκειται για τις εποχές που η αντιγραφή μπορούσε μερικές φορές να είναι και τιμωρία. Ορθογραφημένες διορθώσεις για γνώση και κανόνες συμπεριφοράς για συμμόρφωση. Άλλωστε ακόμα ό,τι επαναλαμβάνεις, κάτι σε τιμωρία σού βγαίνει τελικά, κι ας μη μετράς σε γραμμές τετραδίου πια τις επαναλήψεις.

Έπειτα πέρασες από ένα στάδιο όπου η αντιγραφή είχε μια κάποια περιπέτεια. Μέχρι και θεόρατες σχολικές τσάντες στήνονταν μεταξύ δυτικού και ανατολικού θρανίου προς αποφυγήν της. Σε μεγαλύτερες τάξεις μάλλον κρίθηκε ότι το εν λόγω τείχος ήταν περισσότερο αστείο και λιγότερο πρακτικό οπότε τα προληπτικά μέτρα περιορίστηκαν σε θέματα άλφα και θέματα βήτα, με τα πιο εύκολα να είναι πάντα στην άλλη ομάδα.

Υπήρχε όμως και η θεμιτή αντιγραφή, και μάλιστα σου τη συνέστηναν σε όλα τα διαγωνίσματα, μαζί με τις πορτοκαλάδες. Περίφημη η αντιγραφή από το πρόχειρο στο καθαρό και κράτα για πρόχειρο την τελευταία σελίδα, εκεί να κάνεις όλες τις μουντζούρες, και μη γελιόμαστε, ακόμα την τελευταία σελίδα μουντζουρώνεις κι όλες οι προηγούμενες καθαρογραμμένες να κρύβει η καλή εντύπωση τα λάθη.

Στην ίδια ηλικία πάνω κάτω η αντιγραφή απέκτησε και μια παράλληλη σημασία, άλλο πράμα εντελώς και άμα σου άρεσε κάποιος ή άμα τον έλεγες ο κολλητός μου και είχε μια κασέτα ρώταγες θα μου την αντιγράψεις. Έτσι τώρα καμιά φορά σκέφτεσαι άντε να πετάξω όλη αυτή τη σαβούρα από το συρτάρι και πέφτεις πάνω σε κάτι άσχημα τραγούδια που έχουν έναν τρομακτικό ήχο κουμπιού στην αρχή και στο τέλος τους, ίσως και αφιερώσεις ανάμεσα γιατί πάντα υπήρχαν εκείνοι οι άνθρωποι του ραδιοφώνου που σου χάλαγαν τις κασέτες.

Μαζί με αυτό το υλικό, σε κείνη τη φάση από τους κολλητούς αντέγραφες και συμπεριφορές. Όχι ότι το ήξερες βέβαια, άκουγες όμως καμιά φορά να το λένε οι μεγάλοι μεταξύ τους και μετά σου κάνανε κάτι κουβέντες να προσέχεις τις παρέες σου. Που τελικά πιο πολύ αντέγραφες τις δικές τους συμπεριφορές και ακόμα το κάνεις αλλά ούτε αυτό το καταλαβαίνεις μέχρι να σου το πει κάποιος άλλος χρεώνοντάς σου ένα χωρισμό ή μία συνεδρία.

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Κανόνες

Ο κανόνας είναι από κείνες τις λέξεις που όταν τις ακούν οι άνθρωποι εκνευρίζονται κάπως. Κι αυτό συμβαίνει γιατί κάθε φορά που σου λένε ότι πρέπει κάτι να τηρήσεις σε πιάνει ένα πράμα σαν πονόδοντος. Και βέβαια ισχύει και για τις υποσχέσεις, αλλά δεν είναι της ώρας. Γιατί οι υποσχέσεις ανήκουν σε άλλη κατηγορία, ή μάλλον σε δύο κατηγορίες –ή στα πολύ δημόσια ή στα πολύ ιδιωτικά.

Οι κανόνες θέλουν τις γραμμές ευθείες, καθόλου να μην ξεφεύγουν, και τούτη την απαίτηση δεν την έχουν μόνο όταν τους λέμε και χάρακες. Απαιτούν συμμόρφωση και μην γκρινιάζεις άμα είχες την επιλογή να μην μπεις στα χωράφια τους. Ακόμα κι αν δεν είπες ποτέ παίζω κι εγώ, πήγες και μπήκες τελικά στην ομάδα. Αλλιώς δε θα καθόσουν τώρα κάθε φορά που χάνεις να διαμαρτύρεσαι πως είναι άδικοι οι κανόνες. Κι είναι στ’ αλήθεια άδικοι μερικές φορές έχεις τα δίκια σου, μόνο που θα σε παίρνανε περισσότερο στα σοβαρά άμα έκανες από την αρχή την καταγγελτική σου την τοποθέτηση, πριν κριθεί το αποτέλεσμα. Τότε θα ήταν αλλιώς. Με τους ίδιους κανόνες θα έπαιζες εντέλει αλλά δε θα ΄χες να αντιμετωπίσεις το βλέμμα μιλάς-γιατί-έχασες, που όπως και να το κάνουμε είναι πιο προσβλητικό από το μιλάς-γιατί-θα-χάσεις.

Υπάρχουν κανόνες που μοιάζουν να μη χωράνε αμφισβήτηση όπως της γραμματικής λόγου χάρη. Κι όμως όλο σκοντάφτεις πάνω σε κάτι διλήμματα ορθογραφικά, που έχεις να διαλέξεις το πιο σωστό και αυτό σημαίνει πως ό,τι και να διαλέξεις θα είναι σωστό, ίσως λιγότερο σωστό αλλά σωστό. Ωστόσο εκείνοι που θέλουν το ένα σωστό θεωρούν το άλλο τελείως λάθος και ό,τι και να προτιμήσεις δεν έχεις γλυτωμό, μιας και ο ίδιος ο γλυτωμός είναι από αυτές τις λέξεις τις διαφιλονικούμενες.

Οι κανόνες συμπεριφοράς είναι ακόμα πιο μυστήριοι κι ας φαίνονται απλοί στην αρχή. Ένα ευχαριστώ, ένα παρακαλώ σου μαθαίνουν, αλλά μετά μεγαλώνεις και βγαίνουν άλλα, και για να πουν ότι έχεις τρόπους δεν αρκεί να μη διακόπτεις το συνομιλητή σου και να λες χαιρετίσματα.

Οι κανόνες έχουν και τις εξαιρέσεις τους που λένε πως τους επιβεβαιώνουν και αυτό είναι αρκετά παράξενο γιατί κανείς δεν επιβεβαιώνεται από κάποιον που διαφωνεί μαζί του. Τέλος πάντων, προφανώς πρόκειται για μια εξαίρεση και όλοι αγαπούν τις εξαιρέσεις όταν δεν τους ενοχλούν και όταν τους βοηθούν να διατυπώνουν κανόνες.

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Λογική

Υπάρχουν πολλοί δρόμοι για ν’ ακολουθήσει κανείς όταν θέλει να φτάσει σε μια απόφαση, κι ένας απ’ αυτούς είναι ο δρόμος της λογικής. Που δεν είναι πάντα ο πιο σύντομος, γιατί τότε δε θα υπήρχαν μέρη που τα λες πέρα από κάθε λογική.

Ο κάθε άνθρωπος έχει έναν τρόπο να σκέφτεται. Ή μάλλον έχει κι έναν δεύτερο, δηλαδή έχει δυο τρόπους να σκέφτεται, ανάλογα με την περίσταση. Μπορείς λοιπόν να φοράς έναν κάπως πρόχειρο συλλογισμό όταν σκέφτεσαι από μέσα σου, και κάτι πιο επίσημο άμα σκέφτεσαι μπροστά σε κόσμο. Κι ενώ πρόκειται για μια πολύ θεμιτή διάκριση και όλοι το ξέρουν πως έχεις αφήσει και πρώτη σκέψη στο σπίτι, καμώνονται πως αγνοούν αυτό το πρώτο σου σκεπτικό το πρόχειρο και λένε μόνο προσπαθώ να καταλάβω τη λογική σου. Κι εννοούν βέβαια τη δεύτερη τη σκέψη σου, την πιο κοινωνική, και απορείς που τη λένε λογική αφού χρειάζεται προσπάθεια για να την καταλάβουν.

Υπάρχουν κάμποσα είδη λογικής, η ψυχρή, η τυπική, η τετράγωνη, αλλά η δημοφιλέστερη είναι η κοινή λογική που όλοι την επικαλούνται όταν δεν μπορούν να συνεννοηθούν ο καθένας με τη δική του. Υποθέτω ότι πρόκειται για μια πανανθρώπινη συνετή βάση, που όμως πρέπει να έχει κάποια ευελιξία, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πώς γίνεται να της αποδίδονται μέχρι και αντίθετες οπτικές. Πάντως σε κάθε περίπτωση, ό,τι λένε πως είναι απλώς θέμα κοινής λογικής καταλήγει συνήθως επίμαχο.

Τη λογική τη διακρίνουν και σε κάτι άλλες κατηγορίες με παραγωγικές και επαγωγικές σκέψεις που όλο τις μπερδεύω γιατί μόνο κάτι γράμματα αλλάζουν, και σου λένε από το ειδικό στο γενικό και τανάπαλιν. Μου φαίνεται όμως πως από το συμπέρασμα ξεκινάνε όλες οι λογικές. Έτοιμο το έχουν το γενικό ακόμα κι όταν πάνε να σε ξεγελάσουν ότι το έβγαλαν τάχαμου από τα σημεία.

Στον αντίποδα της λογικής τοποθετούν συχνά το συναίσθημα, ως λιγότερο ψύχραιμο και επιρρεπές στις ανήλικες αποφάσεις. Κι εκεί που κάθεται πανικόβλητο και πελαγωμένο, στέκεται ορθή η λογική και του λέει έννοια σου εγώ θα πρυτανεύσω. Και πρώτα του υπαγορεύει κάτι παλιές ορθογραφίες αλλά αυτό αγχώνεται ακόμα περισσότερο με τα επαναληπτικά διαγωνίσματα και κάνει όλο λάθη.

Η λογική έχει και φωνή, αλλά συνήθως μιλάει σιγά. Κι άμα καμιά φορά δεν την ακούς είναι για τον ίδιο λόγο που τη χρειάζεσαι: που δεν κάθεσαι ποτέ σε ησυχία.


Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Φθινόπωρο


Όταν είναι άνοιξη οι άνθρωποι λένε καλό καλοκαίρι και χαίρονται. Όταν είναι φθινόπωρο λένε μη μου λέτε καλό χειμώνα και σα να θυμώνουν. Και το βρίσκω κάπως άδικο αυτό γιατί όπως και να το κάνουμε δεν του αξίζει του φθινοπώρου τέτοια μεταχείριση, στο κάτω κάτω δεν είναι και το χειρότερο που μπορεί να σου τύχει. Κι αν θες να το συγκρίνεις με την άνοιξη που την έχεις περί πολλού θα δεις ότι στα σημεία τη νικάει.

Το θέμα με τις αλλεργίες είναι βασικό. Τώρα δεν έχεις τέτοια προβλήματα κι άμα δεν το εκτιμάς μην τολμήσεις την άνοιξη να μου ζητήσεις χαρτομάντιλα. Καταλαβαίνω, σε αυτή τη φάση σού φταίει η αλλαγή του καιρού. Εντάξει σε πονάει η μέση σου. Όμως ακόμα κι όταν έχεις δυσπεψία, το φθινόπωρο σου δίνει το δικαίωμα να λες θα φταίει η αλλαγή του καιρού και είναι πιο κομψό από το να πεις παράφαγα.

Το φθινόπωρο αρχίζει να κάνει κρύο. Ελάχιστα στην αρχή, ακριβώς το αχ να δρόσιζε που λαχταρούσες πριν λίγο καιρό αλλά τώρα δε σου αρέσει. Κι ας έκλεισες επιτέλους το κλιματιστικό που όλο το καλοκαίρι το κατηγορούσες για κακό πράμα και ανθυγιεινό αλλά τι να κάνω θα πεθάνω από τη ζέστη. Επέζησες και ξέχασες.

Η γκαρνταρόμπα η φθινοπωρινή έχει κάποιες αδυναμίες, το παραδέχομαι. Για την ακρίβεια έχει καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα μαζί και παθαίνεις μια σύγχυση. Υπάρχουν και κάτι ρούχα που τα λένε ντεμί σεζόν αλλά είναι αυτά που μετά σκέφτεσαι σιγά μην το πάρω, πόσες φορές θα το φορέσω, και το αφήνεις πίσω στην κρεμάστρα. Και τελικά δεν το μετανιώνεις γιατί καμία φορά δε θα πεις κοίτα που τώρα θα ήθελα μανίκια μέχρι τον αγκώνα.

Νομίζω ότι τη μεγάλη ζημιά στο φθινόπωρο την κάνει το καλοκαίρι. Και όχι τόσο γιατί ήτανε ωραία και τώρα δεν είναι και πόσο κρίμα. Φταίει που πριν τις διακοπές έχεις πολλά για να κουβεντιάσεις. Και πού θα πας και τι θα κάνεις και πού κλείσαμε, εσείς πού κλείσατε και πέρσι είχαμε κλείσει εκεί, να κλείσετε κι εσείς. Και μετά γυρνάς και κλείνεσαι.

Μια μελαγχολία το φθινόπωρο τη φέρει. Κι ενώ οι άλλες εποχές ξανάρχονται κάθε φορά ολοκαίνουργιες, νιώθεις σα να επαναλαμβάνεται το ίδιο φθινόπωρο κάθε χρόνο. Ντυμένο με κείνο το διαφανές αυτοκόλλητο που όμως δε σου άρεσε γιατί θα προτιμούσες τα βιβλία σου λίγο τσαλακωμένα.

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Χιούμορ

Εκτός από τις πέντε αισθήσεις τις γνωστές -και την έκτη που όμως δεν την πολυπιστεύω ούτε ως ταινία- υπάρχει και η αίσθηση του χιούμορ. Αυτήν όλοι την εκτιμούν, και όλοι λένε ότι την έχουν.

Το δεν έχεις χιούμορ είναι μια μομφή βαριά και μη σου τύχει. Αλλά ακόμα κι αν γλυτώσεις από τούτη τη δυσμενή διαπίστωση, και πουν ότι εντάξει έχεις, το χιούμορ σου θα κριθεί, θα συγκριθεί με τη μονάδα μέτρησης και θα χαρακτηριστεί αναλόγως. Άμα το πουν έξυπνο και λεπτό δεν έχεις πρόβλημα. Αρέσει σε όλους.

Το φτηνό χιούμορ έχει κάποιες πιθανότητες επιτυχίας. Ακόμα κι αν του φαίνονται οι ραφές. Έχει άλλωστε μια εντιμότητα αφού δεν πλασαρίστηκε για πρώτη φίρμα.

Το προχωρημένο ενδέχεται να είναι η μεταμφίεση του μη χιούμορ. Αλλά μπορείς να λες ότι είναι πολύ μπροστά γι’ αυτό δεν το πιάνουν. Και να το στοιβάξεις μαζί με όλα εκείνα που -αλίμονο- η εποχή τους δεν είναι έτοιμη να δεχτεί και περιμένουν την ιστορία που ό,τι θέλεις της φορτώνεις ότι θα τ’ αποδείξει.

Υπάρχει και το χιούμορ το τραβηγμένο. Όπως όταν λες αυτό-το-αστείο- παρατράβηξε, και είναι λίγο παράξενο που το λες αστείο, αφού εξαρχής δε γελούσε κανείς.

Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι με το χιούμορ σπάει ο πάγος. Όπως με το κάνει ζέστη ή θα βρέξει ή τι ζώδιο είσαι. Ωστόσο δεν είναι η πιο ασφαλής μέθοδος. Το αποτέλεσμα ενός κρύου αστείου δεν μπορεί να ανατραπεί ακόμα κι αν επιστρατεύσεις μετά όλων των ειδών τις συναστρίες. Πέρα από τα σχόλια που κανείς δε σου εγγυάται ότι θα ακουστούν τόσο πνευματώδη όσο αισθάνεσαι ότι τα εμπνεύστηκες, αρκετά αμφίβολη είναι η επιτυχία και με αυτές τις έτοιμες χιουμοριστικές ιστορίες που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Και το πιο αστείο με αυτές είναι ότι τις λένε ανέκδοτα λες και πρόκειται για κάτι που υπό κάποιες συνθήκες θα μπορούσε να έχει εκδοτικό ενδιαφέρον.

Το χιούμορ είναι ενίοτε και εθνικό (το βρετανικό για παράδειγμα, που δεν έχω καταλάβει αν είναι καλό ή κακό πράμα). Άλλες φορές έχει χρώμα, όπως το μαύρο χιούμορ. Εδώ γελάς με τα στενάχωρα, έχεις και λίγες τύψεις, αλλά τις ξεπερνάς γρήγορα, όπως συμβαίνει με τις τύψεις γενικώς, αφού είναι αλλωνών οι στεναχώριες.

Πάντως και για τα δικά σου τα προβλήματα, που δεν περνούν το ίδιο εύκολα, θα βρεθεί πάντα κάποιος που θα σου πει να τα δεις με χιούμορ. Δες την κωμική πλευρά και τέτοια. Η συμβουλή αυτή δίνεται ασφαλώς με καλή πρόθεση, μπορείς να τη δοκιμάσεις, και είναι η μοναδική φορά που άμα τελικά δε γελάσεις δε θα σου πει κανείς ότι δεν έχεις χιούμορ.