Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Πλαστικές σημαίες


Πολλά πλαστικά σημαιάκια ανεμίζουν τριγύρω κι όχι μόνο όταν έχουμε εθνική γιορτή. Κηρύγματα αρετής, δόξας και τιμής σε τιμή ευκαιρίας, κι έτσι ανεβαίνουν οι πωλήσεις.

Οι έμποροι κουβαλούν από δω κι από κει τους πάγκους τους, συναρμολογούν την εύφλεκτη πραμάτεια τους και τη διαλαλούν με εκκωφαντική περηφάνια. Στοιβάζουν ιδέες και πιστεύω στα καλάθια, μαζί με τα δικά τους φτηνά υλικά, βελτιωμένα μοντέλα σου λένε, πρέπει να τα πάρεις. Αν δεν τα θες σημαίνει πως θες να τα κάψεις, απαπά είσαι κατάπτυστος. Αν τα θες, θα πάρεις όλο το σετάκι, δες την κυρία δίπλα τι ωραία που της πάει, το προβάρει τώρα για την παρέλαση.

Σε τούτα τα παζάρια λοιπόν περίοπτη θέση κατέχει ένα προϊόν στο οποίο οι παντοπώλες βάζουν το ταμπελάκι του πατριωτισμού. Πατάνε πάνω στο κοινό σημείο της καταγωγής, σα να μπορείς στο όνομα της γεωγραφίας να σκάψεις το μυαλό μου και να μου φυτέψεις αυτό που λες εσύ πατρίδα, που όμως δεν είναι κανενός πατρίδα. Ούτε καν δική σου. Γιατί το εμπόρευμά σου δε γίνεται να το ‘χεις και στις προθήκες και στην ψυχή σου.

Και πολύ μίσος βρε παιδί μου. Πώς αντέχεις και το κουβαλάς από πανηγύρι σε πανηγύρι; Πλαστική κατασκευή θα μου πεις, εύκολη στη μεταφορά.

Αλλά τώρα που είπα μίσος, και κείνο τ’ άλλο που έφτιαξες και πουλάς, το παραδίπλα ντε, που το ‘χεις με την επωνυμία «θρησκεία», ε το παράκανες με τη δοσολογία και του φαίνονται οι αντιφάσεις στη ραφή. Δεν θα πείθεις και θα χρειαστεί να κατεβάσεις την τιμή.

Ευτυχώς υπάρχουν και οι θεσμοί. Α εδώ θα τα πας πολύ καλά, θα κάνεις κι άλλη παραγγελία. Αρκεί να τους πλασάρεις σωστά. Σε κρίση δηλαδή. Και μην κάνεις εκπτώσεις. Σε θέλω αμείλικτο.

Ας πάρουμε ένα εντελώς τυχαίο παράδειγμα από τα ράφια. Οικογένεια. Θα κάνεις τη γνωστή σύγκριση, με τις παλιές καλές εποχές κλπ κλπ –πρόσεχε πώς θα το θέσεις, μη χάσουμε το γυναικείο κοινό. Και μετά ρίχνεις τα διαζύγια. Με ποσοστά να κάνεις κι εντύπωση. Και βγάζεις την ετυμηγορία: οι οικογένειες δεν πρέπει να διαλύονται όταν υπάρχουν παιδιά. Πες το άφοβα. Ευτυχώς τα παιδιά των δυστυχισμένων οικογενειών δεν είναι στο τάργκετ γκρουπ σου.

Το καλό με τις πλαστικές σημαίες είναι πως δεν χρειάζονται επιχειρήματα. Είναι επιχειρήματα από μόνες τους. Κάθε ιδέα θέλει τη στήριξή της. Οι πλαστικές σημαίες στηρίζονται σε κάτι γελοία καλαμάκια. Κούφια.

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Δημοκρατικός διάλογος


Κάθε εποχή έχει τους πρωταγωνιστές της. Πάντοτε όμως υπάρχει στη μαρκίζα μια θέση, περίοπτη, για τους νοσταλγούς άλλων εποχών. Είναι εκείνοι που επαγγέλλονται την καταγγελία. Κυκλοφορούν πέρα δώθε μ’ ένα τσουβάλι έναρθρες κραυγές και τα ντεσιμπέλ δυναμώνουν στις λέξεις «ήθος», «αξίες», «σεβασμός».

Τους συναντάς παντού και μάλιστα με ποικίλες ιδιότητες: επιστήμονες, ταξιτζήδες, παπάδες, φοιτητές, συνδαιτυμόνες, και φυσικά τηλεπερσόνες.

Όλοι αυτοί λένε ότι αγαπούν το διάλογο. Τιμούν τη δημοκρατία. Ανταλλαγή απόψεων, κατόψεων και λοιπά πλουραλιστικά. Ψοφάνε για διάλογο και σε βλέπουν πάντα ως διαθέσιμο συνομιλητή. Και μόνο που έτυχε να βρεθείς μπροστά τους σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να τιμήσεις τη δημοκρατία μαζί τους.

Ξεκινούν μ’ έναν πρόλογο. Αυτό το πρώτο στάδιο είναι το λιγότερο κουραστικό. Απλώς μια ενοχλητική μουρμούρα την ώρα που τρως, χαζεύεις ή ταξιδεύεις. Μια γενική εισαγωγή για τα χαλασμένα ήθη, που σηματοδοτεί το πέρασμα στο συγκεκριμένο, στα τρομερά σημεία των καιρών.

Σε περίπτωση που ο επίδοξος «συζητητής» σου είναι νεαρής ηλικίας –ή ακόμα κι αν ανήκει σε κείνες τις όχι και τόσο νεαρές ηλικίες που όμως για καθαρά ψυχολογικούς λόγους χαρακτηρίζουμε νεαρές μετά τα τριάντα (μας)- τότε μάλλον θα παραλείψει τα γενικά περί παλαιών ηθικών καιρών και θα πάει κατευθείαν στα τωρινά χωράφια. Μάλιστα αυτός ο (κάπως) νέος ρήτορας θα κλίνει και περισσότερο προς τη λογικοφάνεια, θα έχει το άγχος του επιχειρήματος περισσότερο από τον μεγαλύτερο σε ηλικία «συνάδελφό του», τον τυχερό που κατέχει την εμπειρία ζωής, και δη της παλιάς, της καλής.

Δεύτερο στάδιο: το συγκεκριμένο. Είναι πάνω κάτω γνωστά τα θέματα που προκαλούν σε αυτούς τους τύπους την ανάγκη να ξεδιπλώσουν τα ιδανικά τους. Δεν έχεις λόγο να μακαρίζεις κανένα ηθικό παρελθόν αν δεν είσαι από κείνους που σκοντάφτουν στα σκαλοπάτια μιας πιο ανοιχτής κοινωνίας. Ακόμα κι αν βλέπεις κακοτεχνίες στην οικοδομή, δε νοσταλγείς τον καιρό που δεν είχαν αρχίσει ακόμα οι εργασίες.

Τα παθιασμένα κηρύγματα ξεκινούν με δηλώσεις τύπου «εγώ ρατσιστής δεν είμαι». Συγχαρητήρια. Πόσο θλιβερό που το επισημαίνεις. Πόσο αδιάφορα μου είναι τα επιχειρήματά σου, που θα σε φέρουν εκεί ακριβώς που ξεκαθάρισες ότι δεν ανήκεις. Η λέξη σ’ ενοχλεί; Θες να το λέμε αλλιώς;

Στις διευκρινιστικές ατάκες ανήκει και το περίφημο «είναι κι αυτοί άνθρωποι», όταν το θέμα είναι οι μετανάστες. Υπέροχο που μπορείς να αναγνωρίσεις ότι όποιος μιλά μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις δεν κοάζει ούτε βρυχάται. Αυτή η αποδοχή της ανθρώπινης υπόστασης διασαφηνίζεται συχνά και για τους ομοφυλόφιλους. Εδώ πέφτει και το καλό χαρτί: «Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στο κρεβάτι του.» Δηλαδή το μόνο σου πρόβλημα θα ήταν αν βάζαμε στα κρεβάτια ροδάκια και τα σέρναμε. Άρα μάλλον κάτι δεν κατάλαβα καλά γιατί όλο τούτο το λογύδριο (μετά τη γενναιόδωρη δήλωση για τα κρεβάτια) κάτι σε ομοφοβικό παραλήρημα μου κάνει.

Στο τέλος της δημοκρατικής αυτής συζήτησης, σκάει μία ακόμα διευκρίνιση: «Εγώ δεν ανήκω σε κανένα πολιτικό χώρο.» Εντελώς τυχαία πάντως, εκπροσωπείσαι.


Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Αποδείξεις


Ανέκαθεν οι τσέπες μου φιλοξενούσαν αυτοσχέδιες συλλογές: χτυπημένα εισιτήρια, περιτυλίγματα από τσίχλες δυόσμου, άχρηστα σημειώματα, ξεχασμένα ρέστα. Ένας μικρός χάρτινος κόσμος, αυθόρμητα συναθροισμένος, μ’ ένα στριμωγμένο ταξίδι για μοίρα και το πλυντήριο για προορισμό.

Τον τελευταίο καιρό όμως, αυτές οι παραμελημένες αποσκευές πληθαίνουν. Οι νέοι ένοικοι της τσέπης, διαθέτουν και περγαμηνές χρηστικότητας –το λένε και οι ειδήσεις. Μπορούν να σε φοροαπαλλάξουν.

Έτσι όμως δεν συνέβαινε πάντα με τις αποδείξεις; Σάμπως η ταμειακή μηχανή δεν ξεπατικώνει άλλους μηχανισμούς, διαπροσωπικούς; Προσκομίζεις αποδείξεις και απαλλάσσεσαι, ειδάλλως πληρώνεις.

Όλο και κάπως θα τυχαίνει να σου σερβίρονται κατηγορίες. Εκεί είναι που σου χρειάζονται οι αποδείξεις. Ντοκουμέντα βρε παιδί μου, γεγονότα. Τεκμήρια αθωότητας, να πεις όχι δεν είναι έτσι, έχω τις αποδείξεις μου. Εγώ δεν, εγώ αυτό, εγώ αλλιώς.

Κι έτσι από το πουθενά, στήνεται ένα μικρό δικαστήριο. Και το «εγώ δεν» φέρνει το «ναι όμως εσύ». Γιατί πώς γίνεται να δικαιωθώ αν δεν βγάλω εσένα λάθος; Κι έλα να χτυπήσουμε τα γεγονότα στην ταμειακή μηχανή, και τα καλά μαζί που φέραν άσχημα, κι ύστερα να τα τσαλακώσουμε και να τα στριμώξουμε στις τσέπες μας μαζί με τα ρέστα. Όμορφα.

Ένα κουβάρι αποδείξεις που όλο θα τις ξεχνάς και θα καταλήγουν στο πλυντήριο, στο πρόγραμμα με το στύψιμο. Και πού και πού θα τις ανακαλύπτεις τυχαία, κάτι ασουλούπωτα χαρτάκια έτοιμα να διαλυθούν. Όσα γράφτηκαν θα έχουν βέβαια σβηστεί απ’ τα τόσα πλυσίματα, μαζί με τ’ ακυρωμένα εισιτήρια, μπορεί να ‘χουν πάρει και λίγο από άρωμα δυόσμου.

Ωστόσο υπάρχει πάντα η επιλογή να μη μαζέψεις αποδείξεις. Επιμένεις να σκέφτεσαι, να μιλάς, να αγαπάς, να κλαις και να τσακώνεσαι, να ζεις στο αφορολόγητο σύμπαν σου. Γιατί οι στιγμές σου έτσι γίνονται πολύτιμες, είναι και που διατηρούνται καλύτερα αν δεν τους δώσεις χάρτινη μορφή. Τότε όμως δεν προσδοκείς απαλλαγές. Ακόμα κι αν έρθουν τελικά να σου ζητήσουν τη λογιστική σου συλλογή δεν θα ψάξεις στις τσέπες σου μπας και παρ’ ελπίδα έχει ξεπέσει κάνα ντοκουμέντο.

Μα θα μου πεις, αν χρειαστεί ν’ αποδείξω ότι δεν είμαι ελέφαντας; Ε νισάφι πια με αυτήν την παροιμιώδη εξυπνάδα. Βρε αγάπη μου, αν έχει φτάσει ο άλλος άνθρωπος να σε βλέπει με χαυλιόδοντες και προβοσκίδα, τι θα περισώσεις με δυο-τρεις τσαλακωμένες αποδείξεις;


Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Άνοιξη


Δεν ξέρω αν το κατάλαβες αλλά μπήκε η άνοιξη. Που και να μην το κατάλαβες, το ‘πιασαν σίγουρα οι ορμόνες σου, ντύθηκαν στα γρήγορα τα κίτρινα και τα πορτοκαλιά, πιο έτοιμες κι από τις βιτρίνες.

Κοίτα, από βιολογία δεν πήρα χαμπάρι ποτέ, αλλά δεν χρειάζεται να δείξεις και πτυχίο για να επικαλείσαι τις ορμόνες. Όλοι τις κουβεντιάζουν κι όλοι τις κατηγορούν. Και όχι μόνο για τα κοτόπουλα, που άμα τις έχουν, μάλλον σημαίνει ότι δεν είναι καλό πράγμα. Και τους ανθρώπους αυτές οι κυρίες άνω κάτω τους κάνουν. Καθετί που είναι μπερδεμένο είναι και ορμονικό. Ή μάλλον μ’ ένα «θα» καθησυχαστικό: «θα είναι ορμονικό». Σα να λέμε πανσέληνος. Ή και ανάδρομος Ερμής. Μια παράξενη συμπεριφορά. Μια απροσδόκητη αντίδραση. Εκεί που τελειώνουν οι δικαιολογίες, ξεκινούν οι ορμόνες.

Την άνοιξη οι ορμόνες τρελαίνονται. Το λένε και οι επιστήμονες. Όχι έτσι ακριβώς, αλλά αυτό εννοούν. Την τιμητική της έχει μια ύπουλη με εξωτικό όνομα, η ενδορφίνη. Αυτή είναι λέει η ορμόνη της χαράς, της ευεξίας. Δεν έχω καταλάβει ακριβώς τη σύνδεση, αλλά αυτό ακούω, αυτό λέω. Είθισται να απελευθερώνεται στο σεξ και στη γυμναστική (παντός καιρού αυτά), την άνοιξη όμως δεν μαζεύεται με τίποτα. Σε χτυπάει κατακούτελα και ξαμολιέσαι σε αναζήτηση έρωτα, ανθισμένων λειμώνων και φλοράλ αμφιέσεων. Βέβαια, ενώ τα δύο τελευταία ζητούμενα είναι αυστηρώς εποχικά, το πρώτο το ποθοπλάνταχτο, όλο και κάποια αφορμή βρίσκουμε και το κολλάμε σε κάθε εποχή. Κρύο, καιρός για δύο σου λέει, (θέρμανση, αναθέρμανση, αναλόγως) κι από την άλλη καλοκαιρινά ραντεβού πάνω στο σώμα σου (για επαγγελματικά δεν τα κόβω). Για το φθινόπωρο είναι πιο έντεχνα τα σουξέ, άλλωστε συνεπάγεται και μια μελαγχολία, πιο διακριτικά τα ραντεβού.

Την άνοιξη όμως είναι αλλιώς. Ανοίγει ο καιρός, μεγαλώνει η μέρα. Εκεί στα έξω τα τραπέζια, και να μη θες, όλο και πέφτει το μάτι στην περατζάδα, όλο και περισσότερες πιθανότητες για διασταύρωση (βλεμμάτων). Σκάει η διάθεση για φλερτ μαζί με τα πρώτα κοντομάνικα. Δε λέω, έχουν στυλ τα πουλόβερ και οι καμπαρντίνες, αλλά, πώς να το κάνουμε, κάτι σε πιάνει όταν αρχίζει πάλι το σώμα να δηλώνεται και όχι απλώς να υπονοείται.

Κι έτσι ορμώμενος από το ορμονικό ζήτημα, φτάνεις να συνερίζεσαι τη λογοτεχνική ταύτιση της άνοιξης με την ελπίδα, την αισιοδοξία, την ψυχική ανάταση βρε αδερφέ. Και λες, τι πάει σετάκι με τούτη φιέστα χαράς και ευεξίας; Μα βέβαια η ανανέωση, οι αλλαγές, τα καινούργια ξεκινήματα (πόσο καίριο αυτό το επίθετο που κολλάμε συχνά στα ξεκινήματα –σα να περιέχει όλες τις αποτυχημένες προσπάθειες και να τις ειρωνεύεται συνάμα). Και δώστου πάλι στόχοι και αποφάσεις. Μα δεν τα λέγαμε και την Πρωτοχρονιά αυτά; Καλά. Τότε δεν φορούσαμε κοντομάνικα.


Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Λαμπεροί χωρισμοί


Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για χωρισμούς. Θα μου πεις, υπάρχει χωρισμός χωρίς λόγια; Κλαις, αναλύεις, εξηγείς, κατηγορείς, ξανακλαίς για τα δικά σου τα χωρίσματα (αδύνατο να μην υποκύψω στη γοητεία της λέξης σου, Γεράσιμε σε ευχαριστώ). Μια μικρή παράσταση όπου πρωταγωνιστείς. Οι προβολείς στρέφονται πάνω σου. Οι προβολείς είναι τα βλέμματα των δικών σου ανθρώπων.

Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Αλλά όχι. Οι προβολείς μπορούν να είναι και προβολείς. Φώτα ντε. Της δημοσιότητας. Αυτό το χωρισμό-υπερπαραγωγή τον κατακτάς και (λες ότι) τον παθαίνεις όταν είσαι λαμπερός, δημοφιλής, όταν σ’ αγαπάει ο κόσμος δηλαδή. Όπου «κόσμος» βάλε τηλεοπτικό κοινό και όπου «αγαπάει»... τι να σου πω, δεν ξέρω.

Ο πρόσφατος ο χωρισμός, ο περιλάλητος, ο λαοπρόβλητος, είναι και διαζύγιο. Πιο grande δηλαδή. Ένδοξη κατάληξη μιας γλυκερής τηλεχτισμένης ευτυχίας. Γιατί μας ζάλισες καλή μου τόσα χρόνια. Πόσες ενέσεις ερωτευμένης συζύγου-στοργικής μάνας ν’ αντέξει ο δόλιος ο τηλεθεατής πρωινιάτικα; Για πόσα χρόνια θα τον τάιζες το ιδανικό; Βαρέθηκε. Ταύτιση θέλει τώρα κι αν δεν του κάνεις τα χατίρια έχει κι αλλού να πάει.

Το κοινό σου θέλει να σε συμπονέσει, κι αφού το καλόμαθες, πάλι τα γούστα του θα κάνεις. Θα βγάλεις και δελτίο τύπου γιατί με τις φήμες σωστή δουλειά δε γίνεται. Θα βάλεις και τα μαύρα γιατί το λαχανί, πώς να το κάνουμε, τη σπάει τη δυστυχία. Και μακιγιάζ λιτό, φυσικό, του πένθους –το πιο βαρύ θα ήθελε άλλο κόνσεπτ, να στάξει η μάσκαρα, να ‘ρθει να δείξει η θλίψη στη μουντζούρα. Άλλη δυναμική έχει όμως ο πόνος ο βουβός, άσε που θα το ‘καιγες αν έδινες ξέσπασμα από την πρώτη πράξη.

Υποφέρεις σιωπηλά λοιπόν, πετάς κάνα δυο υπονοούμενα, ίσα για ένα μονταρισμένο δράμα της προκοπής στα κουτσομπολάδικα, κι εκεί που πέφτει τελείως τυχαία το χωρισματοτράγουδο, γυαλίζει το δάκρυ στο μάτι, κι έτοιμο το βίντεο κλιπ. Ε να βγάλει κάνα σουξέ κι αυτή η καημένη φίλη (το δικό της διαζύγιο βλέπεις δεν έσπασε και τα ταμεία).

Με τούτα και με κείνα λοιπόν στήνουν χορό στα πάνελ, ξεχύνονται οι αναλυτές στα παραθύρια και, σα δεν ντρέπονται, οι κάμερες σε καταδιώκουν. Έτσι θ’ ακούσεις τι έχει να πει για το θέμα σου και ο δευτεροξάδερφος του πρώτου σου άντρα και ο παπάς που σε πάντρεψε με τον επόμενο και ο αστρολόγος και ο χειρομάντης. Μα ο χειρομάντης; Υπάρχουν μήπως ακόμα κι εκείνοι οι μάγοι κύριοι που διαβάζουν εντόσθια; Κάτσε, θα δούμε στην επόμενη ζωντανή σύνδεση. Τρόπος του λέγειν ζωντανή με τόσα σφάγια που θα ‘χει για ντεκόρ.

Γούστο που έχουν οι λαμπεροί χωρισμοί. Κακό γούστο, όπως και οι λαμπερές σχέσεις που προηγούνται. Σου ‘μεινε άραγε καθόλου εκτίμηση για τα δάκρυά σου τώρα που τα έλουσες στα φώτα;


Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Μεταμφιέσεις


Μέρες που είναι οι μεταμφιέσεις έχουν την τιμητική τους. Μάσκες, χρυσόσκονη, πλουμίδια. Ένας ολόκληρος κόσμος, φανταχτερός και κεφάτος.

Φοράς στη ρουτίνα σου μια στρογγυλή κόκκινη μύτη κι ένα πολύχρωμο κουδουνιστό καπέλο και την έχεις μεταμορφώσει σε πάρτυ. Κοίτα τον διπλανό σου. Νιώθει υπέροχα μέσα στη στολή άγουρης ντομάτας. Ο παραδίπλα ζει συναρπαστικές στιγμές ως πολική αρκούδα. Και κείνη η παρδαλή κολοκύθα πιο πέρα, τι ρωτάς γιατί κάνει έτσι; Όχι, δεν υποφέρει. Απλώς χορεύει. Ξέρω πόσο πολύ θα ήθελες να ήσουν μέλος αυτής της χαρούμενης παρέας μασκαρεμένων ανθρώπων που ο ένας κοπανάει το κεφάλι του άλλου με ένα πλαστικό ρόπαλο. Θα σε αγαπήσουν αμέσως αν τους πλησιάσεις κραυγάζοντας εκκωφαντικά και πετώντας μικρά χρωματιστά χαρτάκια.

Υπάρχουν όμως και οι μη εποχικές μεταμφιέσεις, οι παντός καιρού. Μιλώ για τους μικρούς εναλλακτικούς εαυτούς τους οποίους ενεργοποιούμε όταν ο κυρίως εαυτός μας δεν κολλάει με την περίσταση. Ή όταν θέλουμε τόσο να κολλήσει που, για να ‘μαστε σίγουροι, κόβουμε καμιά παραξενιά, ράβουμε λίγο μυστήριο, και δε σου λέω ότι νοικιάσαμε και στολή, αλλά μια περούκα και μια μύτη τη δουλειά τους την κάνουν.

Ας πιάσουμε λοιπόν μια περίσταση, που ξέρω ότι σ’ ενδιαφέρει. Και ας την πούμε όμορφα και ευρωπαϊκά, φλερτ. Εκεί που η ένδοξη σημαία του κλισεδιάρικου «σ’ όποιον αρέσουμε» υποστέλλεται θριαμβευτικά, εξισώνοντας ακριβοδίκαια και αμείλικτα προσηνείς και ακατάδεχτους, όταν διεκδικούν το σκοτεινό ή και περίλαμπρο αντικείμενο του πόθου τους.

Πρόκειται για παιχνίδι μεταμφιέσεων, και μάλιστα ριψοκίνδυνο. Σε κάθε κίνηση καραδοκεί η γελοιοποίηση, πολύ περισσότερο αν έχεις και μια μικρή ροπή. Και κάτι προειδοποιητικά σήματα, που ίσως βοηθούσαν, πάνε και τα βάζουν όλο πίσω από κάτι δέντρα και πάντα μια ανάσα πριν τις στροφές. Ε και στην εν λόγω κατάσταση τα αντανακλαστικά δεν είναι το δυνατό σου σημείο.

Φταίει και ότι κάθε φορά που σου συμβαίνει να θέλεις έναν άνθρωπο είναι ξάφνιασμα. Σε άλλους πιο συχνά, σε άλλους πιο σπάνια, αλλά σε όλους ξάφνιασμα. Έτσι, η προσπάθειά σου να δώσεις την πιο γοητευτική σου εκδοχή είναι αυθόρμητη. Δεν έχεις προβάρει τίποτα.

Πάντως οι μικρές σου μεταμφιέσεις δεν θα κρίνουν την έκβαση του παιχνιδιού. Είναι ασήμαντες λεπτομέρειες που θαμπώνουν, και αφήνουν αυτό το μυστηριώδες που μοιάζει με ηλεκτρισμό και δημιουργείται ή δεν δημιουργείται ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, να κρίνει το αποτέλεσμα.

Κι όπως φεύγουν οι Απόκριες, και κανείς δεν θα σου ζητήσει να ανταπεξέλθεις στα σκληρά καθήκοντα που συνεπάγεται η στολή του Σούπερμαν, του πειρατή ή, πολύ περισσότερο, της άγουρης ντομάτας, έτσι κανείς δεν περιμένει κι από έναν έρωτα συνέπεια στις μεταμφιεσμένες πρώτες εντυπώσεις.


Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Λόγια


Μια τάση να σνομπάρουμε τις λέξεις την έχουμε. Παραδέξου το. Την προφορική τους τη στολή όμως. Γιατί τα γραπτά μένουν, λέει. Αν είναι να ορίζουμε έτσι εύκολα τι μένει και τι φεύγει, τότε γιατί δεν γίνεται αυτό όταν πρόσωπα και στιγμές καταγράφονται μέσα μου; Κι ας γεμίζω με λέξεις και τα περιθώρια. Ακόμα μια αποφθεγματική χαζομάρα ίσα για να μας μπερδεύει.

Πάμε στις λέξεις που μιλάμε όμως, που δεν έχουν για δικηγόρους φτηνά τσιτάτα να τους δίνουν κύρος και σταθερότητα. Είναι απροστάτευτες αυτές. Παλεύουν διαρκώς με τη ρετσινιά του περιττού. Λίγο να κάνουν πως απομακρύνονται από το βασίλειο της πρακτικότητας κι όλο και κάποιος θα βρεθεί να τις βαφτίσει φλυαρίες.

Τα λόγια είναι σαν τους ανθρώπους. Ανάλογα με το ύφος τους μπορούν να ομορφαίνουν ή να ασχημαίνουν. Ναι, το πιστεύω αυτό, κι ας βάζω έτσι το «τι» στην ίδια μοίρα με το «πώς». Λίγο διαφορετικά να τονιστεί μια φράση που σε πονάει και μεταμορφώνεται σε πληγή και παρηγοριά μαζί. Μια μικρή παύση και η πιο απόλυτη δήλωση βάφεται με αμφιβολία. Ελάχιστα να γλυκάνει η φωνή κι έτσι όμορφα μπερδεύονται οι λέξεις.

Ψύχραιμοι, θυμωμένοι, ανήσυχοι, χαρούμενοι φθόγγοι. Πολύχρωμοι.

Λόγια κουβαλητές. Φορτωμένα αλήθειες ή ψέματα, ανάλογα με την ανάγκη εκείνου που λέει ή του άλλου που ακούει. Γιατί κι οι δυο συνωμοτούν για το περιεχόμενο, ακόμα κι όταν ο ακροατής μοιάζει εγκλωβισμένος στο στατικό του ρόλο.

Ενδιαφέρον έχουν οι λέξεις όταν κοκκινίζουν από θυμό. Τότε γλυτώνουν από τα φίλτρα και ορμάνε στο αντίπαλο αυτί χωρίς στυλ και γουστόζικα αξεσουάρ. Εκτίθενται κι εκθέτουν. Ύστερα βέβαια κάπως ηρεμούν, μαζεύουν τα αναστατωμένα τσουλούφια τους, σκουπίζουν τη μάσκαρα που έχει στάξει στις ανορθόγραφες καταλήξεις τους και μουρμουράνε φάλτσα το σουξέ «δεν το εννοούσα». Το εννοούσες. Ίσως μετάνιωσες που το είπες, ίσως δεν το εννοείς πια, αλλά εκείνη την ξεμαλλιασμένη στιγμή το εννοούσες.

Υπάρχουν κι οι λέξεις που μασουλάνε συμβουλές. Να πούμε μόνο γι’ αυτές που ζητάμε (είτε με λόγια είτε με ανάγκη) κι όχι για κείνες που μας έρχονται ακάλεστες, σαν delivery από φάρσα. Να πούμε μόνο για τις λέξεις-αγκαλιές. Τις θέλουμε, τις αγαπάμε και ξέρουμε ότι πάλι εδώ θα είναι όταν θα έχουμε κάνει τελικά τα δικά μας κουβάρια.

Συχνά μιλάμε για παρεξηγήσεις. Τις περισσότερες φορές προσποιούμαστε παρεξηγήσεις. Γιατί πώς λες παρεξήγηση κάτι που με σαφήνεια δηλώνει διάσταση απόψεων, συναισθημάτων, ανθρώπων; Είναι απλώς μια δυσάρεστη εξήγηση. Σκέτη. Δίχως το «παρά». Χωρίς πρόθεση. Ίσως με προδιάθεση.

Πόσο διαφορετικά επιλέγουν οι άνθρωποι να επικοινωνούν, να τσακώνονται, να αγαπιούνται, να εκφράζονται. Από τη μια είναι τα λόγια, μπόλικα λόγια, παντού λόγια. Επεξηγήσεις, αναλύσεις, περιγραφές. Και ερωτήσεις. Με μισές απαντήσεις, γιατί οι ολόκληρες απαντήσεις δεν χρειάζονται την ερώτηση για να δοθούν. Από την άλλη βλέμματα, κινήσεις, σιωπές, πράξεις. Καθένας με τον τρόπο του, λέει. Και νομίζω ότι έτσι είναι. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μένει ό,τι αξίζει να υπάρχει. Μισό ή ολόκληρο.