Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Ιούνιος


Αναγγελία ότι ήρθε το καλοκαίρι δεν θα σου κάνω. Το κατάλαβες και μόνος σου. Ούτε λογοπαίγνια με τον υδράργυρο και τα συνώνυμα της ζέστης. Τ’ ακούς και στα δελτία ειδήσεων.

Ο Ιούνιος όμως είναι μήνας παράξενος, ίσως μια εποχή από μόνος του. Έχει όλα τα στραβά της άνοιξης και του καλοκαιριού μαζί. Οι αλλεργίες επιμένουν γιατρέ μου. Άσε που συγκροτημένο άνθρωπο εξακολουθείς να μη με λες. Γιατί και να ‘κανε τη δουλειά της η δικαιολογία ότι οι πρώτες ζέστες φέρνουν μια κάποια αποδιοργάνωση, και τις δεύτερες όμως ευπροσάρμοστες δεν τις λες.

Τέλος πάντων, είναι φανερό: όσοι βίωσαν την άνοιξη ως χαρά και ευεξία, έτσι ευφρόσυνα θα μεταβούν και στην εποχή Ιούνιο. Οι λοιποί, ας τα λέμε φθινοπωρινοί, με τούτα και με γκρίνια θα πορευτούμε μέχρι τα μέσα του Ιούλη. Τότε που οι διακοπές θα έχουν εξαντληθεί ως ένθετα περιοδικά και θα κυκλοφορούν πλέον ανάμεσά μας.

Προς το παρόν οι φαινομενικά ανέμελοι προορισμοί σέρνονται κυρίως σε δρόμους, γραφεία και βέβαια σε καφέ, με πολλά παγάκια και σπαστά καλαμάκια. Όλοι ρωτούν όλους «πού θα πάτε διακοπές». Όποιος έχει τις περισσότερες πληροφορίες για ενοικιαζόμενα δωμάτια και οτιδήποτε άλλο με τον επιθετικό προσδιορισμό «καταπληκτικό», θεωρεί χρέος του να καταθέσει την πολύτιμη γνώση, μαζί με την περιγραφή όλων των περασμένων διακοπών της ζωής του, σε μια παραστατική αφήγηση την οποία για κάποιο μυστήριο λόγο βρίσκει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ο ίδιος.

Τις Κυριακές του Ιουνίου οι άνθρωποι πηγαίνουν σ’ ένα μέρος που τα παιδιά το λένε θάλασσα και οι μεγάλοι παραλία. Όλοι έχουν την πρωτότυπη ιδέα να ξεκινήσουν νωρίς για να μην τους πιάσει η κίνηση. Έτσι ξεκινούν ταυτόχρονα, και περνούν κάμποσες στριμωγμένες ώρες ακινησίας. Αν μέσα στο αυτοκίνητο είναι δύο, θα τσακωθούν. Αν είναι τρεις, οι δύο θα τσακωθούν και ο τρίτος δε θα μιλάει. Αν είναι πάνω από τρεις, οι περισσότεροι θα μιλούν και θα γελούν και ο ένας θα εκνευρίζεται γιατί οδηγεί. Εντέλει θα φτάσουν σε μια καφετέρια με λίγο γαλάζιο στην άκρη. Έχει κακή μουσική και κακό καφέ αλλά κανείς δεν γκρινιάζει γιατί είναι θάλασσα και είναι ωραία. Κάποιος λέει πρώτος «πάμε για μια βουτιά», πάει μόνος του και μετά οι άλλοι τον ρωτάνε αν το νερό είναι ζεστό, κανείς όμως αν είναι καθαρό γιατί όλοι ξέρουν. Πασαλείβονται με αντηλιακά αλλά πάντα υπάρχει ένας που καίγεται και πολλοί που λένε ότι πήραν χρώμα κι ας μην πήραν.

Αυτές τις κυριακάτικες εξορμήσεις του Ιουνίου οι άνθρωποι τις περιγράφουν ως «καταπληκτικές». Αλλά πιστεύω λίγο περισσότερο τον έναν που κάηκε από τον ήλιο.


Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Ποδόσφαιρο


Πολύ για ποδόσφαιρο κουβεντιάζει ο κόσμος τον τελευταίο καιρό, όπως πάντα δηλαδή αλλά κάθε λίγο και λιγάκι προκύπτει και κάποια διοργάνωση με εξωτικό όνομα που νομίζω ότι παραπέμπει σε κύπελλα και τέτοια λειψά σερβίτσια. Όπως αυτό που μας ήρθε τώρα και το λένε Μουντιάλ και μου φαίνεται πως είναι από εκείνα τα σοβαρά πράματα που προκαλούν ασύντακτες συζητήσεις και δη με την εσάνς της παγκόσμιας βαρύτητας και οι ομάδες έχουν ονόματα χωρών. Αυτό σημαίνει πως και να μη θες εκπροσωπείσαι. Όπως στη Γιουροβίζιον και στη Βουλή. Και πρέπει να σκεφτείς ποιον θα υποστηρίζεις άμα αποκλειστεί αυτό που σου αντιστοιχεί. Έτσι γίνεται στη Γιουροβίζιον. Στη Βουλή θαρρώ πως είναι πιο περίπλοκο το θέμα.

Το ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα από τα πολλά και αυτό παραπέμπει σε κάτι κατεψυγμένες εκθέσεις ιδεών και ιδεωδών που γράφαμε στο λύκειο ως θέματα sos για τις πανελλήνιες. Τέτοια τουλάχιστον μας έλεγαν να ξεπατικώνουμε για γνώμη μας τότε που σέρναμε τις δέσμες. Οι μετέπειτα γενιές αποδεσμεύτηκαν, μοιράστηκαν σε κατευθύνσεις και απ’ ό,τι μαθαίνω η εκπαίδευση ως θεσμός απέκτησε επίγνωση της προβληματικής της ύπαρξης και τώρα ζητάνε από τουςμαθητές να τους αναπτύξουν τα καλά της αυτομόρφωσης.

Ας αφήσουμε όμως την εκπαίδευση να ανανεώνεται θεματικώς και να επιστρέψουμε στο ποδόσφαιρο χωρίς να επιμείνουμε στα ιδανικά της ευγενούς άμιλλας και του τίμιου του συναγωνισμού, που άλλωστε εκτός θέματος θα μας βγάλουν. Γιατί το εν λόγω άθλημα τα παραμερίζει λίγο αυτά τα καλαμαρίστικα. Εδώ μιλάμε για ένστικτα άγρια, τίγκα στην τεστοστερόνη.

Οι γυναίκες μιλούν για άντρες, καλλυντικά και ρούχα. Καθώς και για άλλες γυναίκες. Οι άντρες μιλούν για γυναίκες, αυτοκίνητα και μπάλα. Στερεότυπα θα μου πεις. Αλλά προφανώς δεν έχεις ανοίξει την τηλεόραση. Όμορφα τακτοποιημένα τα ενδιαφέροντα, κατά φύλο, έτσι να μην μπερδευόμαστε. Άντρας με γυναίκα συζητούν για ζώδια, μουσική, ταινίες και διακοπές. Στην αρχή. Μετά μιλούν για τη σχέση τους.

Σε αυτή την περίπτωση θα προτιμούσα κι εγώ μια κουβέντα για ποδόσφαιρο. Η οποία όμως απαιτεί γνώση του αντικειμένου, γερή μνήμη και αυστηρή προσήλωση. Θέλει να έχεις στριμώξει τις Κυριακές της ζωής σου σε κάτι κερκίδες-παλαίστρες ή να βυθίζεσαι τακτικά σε καναπέ με θέα απέραντο γρασίδι οθόνης. Αναγκαία κρίνεται η παρακολούθηση των σχετικών εκπομπών. Εξονυχιστική ανάλυση των επίμαχων φάσεων. Γιατί η χαρά σε αυτό το άθλημα είναι που σου επιτρέπει να έχεις άποψη.

Γίνεσαι πρόεδρος, προπονητής και διαιτητής συνάμα. Όλη η εξουσία των ονείρων σου και μάλιστα σε υπέροχη μορφή ανεύθυνη. Και δώρο άφθονη εκτόνωση. Όλα τα αποθέματα δίκαιου ή άδικου θυμού που δε σε παίρνει να εκφράσεις στα μέρη τους. Φέρε κι από το σπίτι σου.

Το ποδόσφαιρο έχει και ορολογία. Ενίοτε επεκτείνεται και στην καθομιλουμένη με τις γραφικές αντιστοιχίες που πλασάρονται ως ελαφρότητα. Για ένα λάθος σου μπορεί να σου ζητήσουν εξηγήσεις. Τι κουβέντα όμως να κάνουμε για ένα φάουλ;

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Φόβος και φοβίες.


Θαρρώ πως δεν έχεις ιδέα από τον κόσμο ενός ανθρώπου αν δεν επικοινωνήσεις με τους φόβους του. Και δε μιλώ γι’ αυτούς που ανακοινώνει χάριν γούστου. Δεν υπερτιμώ τη σκοτεινή πτυχή που θα σου αποκαλύψω άμα σου πω ότι φοβάμαι τα χρυσόψαρα ή και τα σαλιγκάρια. Μιλώ για τους φόβους που έχουν σημασία είτε αποφασιστική είτε αναποφάσιστη. Γιατί οι αντιδράσεις που οφείλονται σε αυτό το συναίσθημα είναι ποικίλες και ενίοτε αντιφατικές.

Ο φόβος προστατεύει. Από νωρίς σου τον καλλιεργούν ώστε να μην είσαι ένα νήπιο που βάζει τα χέρια του στις πρίζες και άλλα επικίνδυνα. Άλλωστε με την επίγνωση του κινδύνου δεν γεννιέσαι. Μετά σου ‘ρχεται και μάλιστα βγαίνει σε διάφορα μεγέθη και χρώματα.

Ο κίνδυνος λοιπόν είναι εχθρός μας και ο φόβος σύμμαχος. Πολεμοφόδια οι αρνήσεις, τα δεν και τα μην που εμποδίζουν τη δράση που θα μας έφερνε στον εφιάλτη. Επειδή όμως άνθρωποι είμαστε και ησυχία δεν έχουμε και δε μας αρκεί να ξέρουμε τι δεν πρέπει -και πάλι καλά που δε μας αρκεί- θα ψάξουμε και θα βρούμε τ’ αντίθετό του ακριβώς. Κι έτσι προβαίνουμε σε κείνες τις ενέργειες που θα μας πάνε στην άλλη πλευρά. Αυτό βέβαια δεν έχει πάντα επιτυχή έκβαση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν φοβόμαστε μη γίνουμε αυτό που κοροϊδεύαμε. Κάθε οργανωμένο σχέδιο για να το αποφύγουμε σε αυτό θα μας οδηγήσει. Που κοροϊδεύαμε. Γιατί όλο και κάποιο λόγο είχαμε που το φοβόμασταν.

Είναι και κάτι φόβοι που κατασκευάζεις. Για τον εαυτό σου ή για τους άλλους. Αν επικαλείσαι υποτιθέμενους φόβους σου συνειδητά ή ασύνειδα ίσως τελικά πετύχεις επιείκεια από κάποιους ανθρώπους κι αν σου φτάνει να βαραίνει η συμπόνια έναντι της εκτίμησης τότε χαλάλι σου (μέχρι να τους κουράσεις). Αν πάλι πατάς σε φόβους που προκάλεσες σε άλλους ώστε να έχουν τη συμπεριφορά που επιθυμείς τότε ντροπή σου. Σαν εβδομαδιαία αστρολογική πρόβλεψη μου φαίνεται αλλά κοίτα να δεις που μερικές φορές βγαίνει.

Εκτός από τους φόβους τους κοινούς όμως υπάρχουν κι εκείνοι που τους λένε παράλογους, αγχώδεις, παθολογικούς και με μια λέξη παράγωγη, φοβίες. Εδώ όμως λίγο να το τραβήξουμε και μπαίνουμε σε άλλα χωράφια ιατρικά κι εγώ να σου πω την αλήθεια μου πτυχίο δεν έχω. Βέβαια μια βόλτα εδώ γύρω στο ίντερνετ να κάνεις θα βρεις αναλύσεις και συμβουλές με το τσουβάλι και σιγά μη σου αναρτήσουν σαρωμένα διπλώματα.

Αλλά η φοβία ως δεύτερο συνθετικό δεν αφορά μόνο την ψυχανάλυση. Δεν ξέρω αν η ξενοφοβία και η ομοφοβία επιδέχονται θεραπείας όπως η υψοφοβία, η μικροβιοφοβία ή και η αραχνοφοβία. Αν όμως βλέπεις άλλους ανθρώπους σαν μικρόβια και αράχνες τότε φοβάμαι εγώ εσένα.

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Επανάληψη


Την επανάληψη μας έχουν μάθει να μην τη χωνεύουμε ήδη από τα παιδικά μας χρόνια. Ασκήσεις, υποδείξεις, διαγωνίσματα και λοιπά αγχογόνα τρικ επιστρατεύονται για να φορτώσουν μια για πάντα ετούτη τη λέξη με πιεστικούς συνειρμούς και τραύματα.

Επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως, ένα ακόμα στριμμένο τσιτάτο, και μάλιστα τίγκα στα τριτόκλιτα, το πρώτο το φέρνουμε στη δημοτική να το καταλαβαίνει κι η πρώτη τάξη, μην της ξεφύγει η επανάληψη στα κουλουράκια και τις γραμμούλες. Ξαναπερνάς την ύλη κι έτσι εμπεδώνεις όσα διδάχτηκες. Και γίνονται γνώση και κεκτημένα σου. Και άσε το πρώτο, θα μάθεις να το μεταμφιέζεις εν καιρώ. Αυτά τα δεύτερα όμως, τ’ αναδιπλασιασμένα, θα σου γίνουν νόημα και σκοπός. Άλλωστε θα ορίζεσαι απ’ όλων των ειδών τα κεκτημένα σου.

Έτσι λοιπόν καθώς απομακρύνεσαι από θρανία και ύλη διδακτική, ακόμα κι αν δεν έχεις εμπεδώσει την προπαίδεια (εμένα αυτό το επτά εννιά θα με κολλάει πάντα), έχεις μάθει να αποστρέφεσαι ό,τι επαναλαμβάνεται και να δυσανασχετείς με όποιον επαναλαμβάνει. Θλιβερή προκατάληψη κατά τη γνώμη μου, και άδικη ρετσινιά.

Εντάξει. Οφείλω να παραδεχτώ ότι των λόγων η επανάληψη μπορεί να είναι και κουραστική πού και πού. Εξαρτάται όμως. Όσα δεν θες να ακούσεις δυσάρεστα σου φαίνονται από την πρώτη φορά που διατυπώνονται. Απλώς η επανάληψη σου δίνει μια καλή δικαιολογία για να τα απορρίψεις. Με ζάλισε λες και ξεμπερδεύεις. Λες και λιποθύμησε ποτέ κανείς με τα λόγια. Χάρη σου κάνει η επανάληψη και γλυτώνεις τον τίτλο του αδιάλλακτου και του πεισματάρη. Όταν πάλι δεν σου είναι ανεπιθύμητα τα λόγια καθεαυτά αλλά ο άνθρωπος που τα εκφέρει, τότε δεν είναι το πρόβλημά σου που τα λέει πάλι, ήδη το συναπάντημα σε έχει εκνευρίσει επαρκώς.

Από την άλλη, σε μερικές επαναλήψεις έχεις αδυναμία. Δεν μπορεί να μην αγαπάς κάποιες συνήθεις κουβέντες των αγαπημένων σου. Λέξεις που αναμασούν επίτηδες ή και χωρίς να το καταλαβαίνουν. Για δικές τους τις ακούς και χαμογελάς, και τις κρατάς κοντά στις γνώριμες εκφράσεις του προσώπου, τρυφερές, χαρούμενες ή θυμωμένες, στα νεύματα και στις τόσο όμορφα άτσαλες αντιδράσεις της αμηχανίας.

Υπάρχει βέβαια και η επανάληψη που βαφτίζεται ρουτίνα και μονοτονία. Βαρέθηκα λες τον τρόπο του, τους φόβους του, τα προβλήματά του. Κακό πράμα αυτό, δεν μπορώ να πω. Είναι όμως η ίδια επανάληψη που σ’ έφερε στην οικειότητα με κείνον που λαχταρούσες. Δεν είναι διδακτέα ύλη οι άνθρωποι, μην τους στριμώχνεις στο ντουλάπι με τα κεκτημένα.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Πανελλήνιες


Από τα συνώνυμα του άγχους άλλα τα βρίσκουμε στο λεξικό κι άλλα τα βρίσκουμε στις συνθήκες. Το βάπτισμα του πυρός σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση γίνεται κάπου εκεί στην ηλικία των δεκάξι, και είναι μια διαδικασία που οι άνθρωποι συνηθίζουν να αποκαλούν με το βαρύ επίθετο «πανελλήνιες» παραλείποντας το ακόμα βαρύτερο συνοδευτικό «εξετάσεις».

Οι πανελλήνιες είναι μια δοκιμασία για την οποία σε προετοιμάζουν καιρό σα να είναι το τέλος του κόσμου και όταν φτάσει η στιγμή την οποία σου έχουν παρουσιάσει ως τρομερή σου λένε ότι δεν είναι το τέλος του κόσμου. Πάντως σε γεμίζουν με συμβουλές. Ολάκερη λίστα με οδηγίες που αφορούν στην ψυχολογία σου, στη διατροφή σου και στη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσεις προκειμένου να αποδώσεις τα βέλτιστα σε αυτή την πανελλήνια μάχη που όμως «δεν είναι το παν, θα έχεις και άλλες ευκαιρίες στη ζωή σου».

Και βέβαια, πρωτίστως πρέπει να αποβάλεις το άγχος. Ναι, αυτό που σου φορτώσαμε. Συμβουλή που παραπέμπει σε κορύφωση καβγά, στη γνώριμη παρότρυνση για ψυχραιμία όταν σ’ έχω φέρει ήδη εκτός εαυτού.

Ξεκίνα από αυτά που ξέρεις και άσε για το τέλος ό,τι δεν μπορείς να θυμηθείς. Ναι τη χρειάζεσαι αυτή τη συμβουλή. Γιατί ο μηχανικός τρόπος που σου έχουμε μάθει για να διαβάζεις προφανώς σ’ έχει καταστήσει ανίκανο για το αυτονόητο. Σε κάναμε ρομπότ και τώρα πρέπει να σε προγραμματίζουμε ακόμα και για να μπεις στην αίθουσα της εξέτασης.

Θα γράφεις πρώτα στο πρόχειρο. Στην τελευταία σελίδα. Και μετά θα τα περνάς στο καθαρό. Χωρίς μουντζούρες. Γιατί και το «Έγκλημα και τιμωρία» να γράψεις, με μουντζούρες δεν το θέλουμε, μην το συζητάς.

Θα είσαι σαφής και θα αιτιολογείς τα πάντα. Τίποτα αδικαιολόγητο δε μας αφορά. Άλλωστε το θέμα είναι να δείχνεις ότι ξέρεις. Και άγνοια να έχεις άμα πείσεις ότι ξέρεις σε καλό θα σου βγει. Κοίτα γύρω σου και θα καταλάβεις ότι πιάνει. Και μην ακούς που σου λένε για περιεκτικές απαντήσεις. Η συντομία δεν ωφέλησε ποτέ κανέναν.

Προσοχή στο διαιτολόγιο: ελαφρύ βραδινό, πορτοκαλάδες, όχι πολλούς καφέδες, και λίγη σοκολάτα που κάνει και καλό στη μνήμη. Πήγαινε και καμιά βόλτα πού και πού, σε αφήνουμε. Αρκεί να μην ξενυχτήσεις. Γιατί πρέπει να ‘χεις καθαρό μυαλό, όσο πρέπει κοιμισμένο.

Αν ακολουθήσεις τις συμβουλές μας μπορεί και να πετύχεις. Αλλά και να μην πετύχεις, εδώ δεν χρησιμοποιούμε το αντίθετο ρήμα. Για να μην σε αγχώσουμε. Άλλωστε είπαμε, θα έχεις πολλές ακόμα ευκαιρίες στη ζωή σου. Αλλά από σένα εξαρτάται αν θα κρατάς μια σελίδα για πρόχειρο.

Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Γνωμικά


Κάθε φορά που θέλεις να πεις μια γνώμη, μπορείς να ρισκάρεις με δικά σου λόγια ή να ποντάρεις στο σίγουρο χαρτί των έτοιμων λύσεων. Μιλώ για τα γνωμικά, και ίσως πρόκειται για το μόνο θέμα που μπορώ να πιάσω χωρίς την πιθανότητα να ξεφυτρώσουν πέντε έξι απ’ αυτά για να με αντικρούσουν ή και άλλα τόσα για να με υποστηρίξουν.

Πρόκειται λοιπόν για έναν ολάκερο στρατό δογματικά παραταγμένο, ετοιμοπόλεμο, με ηθικό πάντα ακμαίο και ηθική αδιαπραγμάτευτη. Με το που θα τολμήσεις να ξεστομίσεις μια κουβέντα, σπεύδει να σε καλύψει ή να σου επιτεθεί η αποφθεγματική της πανοπλία. Και πώς να παλέψει μια δόλια ετοιμόρροπη γνώμη το κύρος και την αυθάδεια του πολύξερου του γνωμικού; Τι να σου κάνει το υποκειμενικό το επιχείρημα μπροστά στην καλοστημένη επιχείρηση παραγωγής σοφίας;

Το τεράστιο αυτό πλήθος των αξιότιμων ρήσεων, αποστομωτικό πάντα μέσα στη λακωνικότητά του, αποτελείται από διάφορες αγέλες. Οι κατηγορίες διαφέρουν μεταξύ τους κατ’ είδος και κατ’ ύφος, τη δουλειά τους όμως την κάνουν όλες. Από το προφίλ που θέλει να προβάλει ο κάθε ομιλητής εξαρτάται η λίμνη από την οποία θα ψαρέψει ευφυή πειθώ.

Πρώτες και καλύτερες οι παροιμίες, εύκολες στη χρήση και αποδοτικές, απολαμβάνουν «την αγάπη του κόσμου» με το λαϊκό τους ρεπερτόριο. Κουβαλούν ένα δίδαγμα για κάθε περίσταση, πολλές φορές και δύο αντίστροφα διδάγματα για την ίδια περίσταση. Λόγου χάρη, πάντα θα διχάζεσαι ανάμεσα στο σκουντούφλημα της βιασύνης και στο γοργό που έχει χάρη περισσή.

Πολλές παροιμίες βγήκαν λέει από κάπου. Κουβαλούν μια μικρή περιπέτεια με πολλά φολκλόρ στοιχεία, η οποία καταλήγει βεβαίως σ’ ένα συμπέρασμα με διαχρονική ισχύ. Συχνά τυχαίνει σε κάποιον να εφοδιαστεί με μια τέτοιου είδους ιστορική γνώση, αυτός αυτομάτως τη θεωρεί ως ευφάνταστη πληροφορία κοινού ενδιαφέροντος κι εσύ πρέπει να γελάσεις με το χιούμορ και την ευρηματικότητα της λαϊκής σοφίας που γεννάει ατάκες.

Οι παροιμίες βγαίνουν και σε κινέζικες. Εδώ δεν έχεις μέτρο και ομοιοκαταληξία, σίγουρες συνταγές επιτυχίας, απομνημόνευσης και διαρκούς επανάληψης για την ντόπια εκδοχή, ούτε οικείες αντιστοιχίσεις της αστικής καθημερινότητας με την αγνή ζωή της υπαίθρου όπου όλοι αλέθουν, ζυμώνουν και κοσκινίζουν. Πάντως οι Κινέζοι σοφοί, ή και αντίστροφα, τα λένε ωραία, και το καλό με τις παροιμίες τους είναι ότι μπορείς να βαφτίσεις κινέζικες τις ολοδικές σου εξυπνάδες χωρίς το φόβο να εκτεθείς με διάψευση.

Υπάρχουν βέβαια και τα «λόγια των μεγάλων ανδρών», που μπορείς να τα θέτεις σε πλάγιο λόγο, μαζί με τις προσωπικές σου προεκτάσεις, επεξηγήσεις ακόμα και παρερμηνείες, αφού βέβαια διαλέξεις πρώτα ποιοι μεγάλοι άνδρες ταιριάζουν με το στυλ σου, και αφού διασταυρώσεις ότι σε κάποια άλλη δημιουργική τους περίοδο δεν έχουν αναθεωρήσει αυτό το οποίο επικαλείσαι.

Αρκετά επικίνδυνα είναι επίσης τα αρχαία και τα λατινικά ρητά, μην τα δοκιμάσεις στο σπίτι αν δεν είσαι σίγουρος ότι τα λες σωστά. Γιατί πάντα θα εμφανίζεται κάποιος αυτόκλητος διορθωτής, όπως λέει και μια σοφή κινέζικη παροιμία.

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Χωρίς τίτλο


Είναι στιγμές που τα λόγια είναι λίγα. Είναι άλλες στιγμές που νιώθω ότι τα λόγια είναι ντροπή. Τα δικά μου, τα δικά σου, όλων.

Υπάρχει μια είδηση. Τρεις άνθρωποι, σε μια τράπεζα, ρίψη μολότοφ, νεκροί. Και μόνο η ανακοίνωση φωνάζει άδικο, φρίκη, θυμό.

Ο θάνατος ως σκέψη με τρομοκρατεί. Ως γεγονός με τρομοκρατεί και με καθηλώνει. Αλλά τώρα έχω και θυμό. Έχω θυμώσει για τη δολοφονία των ανθρώπων. Κι ας μην μπήκα στο γκρουπ του φέισμπουκ «Όσοι νιώθουμε οργή για τους νεκρούς –διαδώστε το». Κι ας μην έγραψα στάτους και τουίτ συντριβής και καταγγελίας. Κι ας μην βρίστηκα κάτω από τις αναρτήσεις των μπλογκ σχετικά με τις πολιτικές ευθύνες και τις κοινωνικές προεκτάσεις.

Καθένας επιλέγει τον τρόπο του για να εκφράσει τα συναισθήματά του και να τα μοιραστεί. Όμως κάποιοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, κάποιοι ζουν τον απερίφραστο πόνο της απώλειας των δικών τους. Τι να πεις για τη βία, την αγριότητα, το νήμα της ζωής που σπάει απότομα πριν φτάσει στο τέλος του; Πώς να μιλήσεις για τους νεκρούς χωρίς να ντρέπεσαι το βλέμμα των αγαπημένων τους που θα πονάει για πάντα, όταν εσύ θα σκέφτεσαι ξανά τα δικά σου καθημερινά ζητήματα;

Ντρέπομαι.

Ξεχνώ και πάλι ότι η τηλεόραση είναι καλύτερη κλειστή και βλέπω τα δελτία. Για μία ακόμα φορά πουλάνε τραγωδία σε εικόνες. Και σε πολιτικά παράθυρα. Μου φαίνεται ότι εκεί κάπου τέρμα δεξιά στην οθόνη, καπηλεύονται τον πόνο. Κοιτάω κι απ’ την άλλη γωνία αλλά δεν καταλαβαίνω. Κάτι δεν πάει καλά. Λέω άσε τους πολιτικούς, θα ενημερωθώ από το ίδιο το μέσο, που είναι και της ενημέρωσης της μαζικής. Και πέφτει το μάτι μου στις λεζάντες. Που μάλλον οι δημοσιογράφοι είχαν πολλή δουλειά και δεν προλάβαιναν κι έδωσαν σε κόμματα να γράψουνε τους τίτλους.

Και ακούω, διαβάζω, δηλώσεις, αναλύσεις, αντιπαραθέσεις. Και ψάχνω πίσω απ’ όλες αυτές τις κουβέντες έναν κόμπο στο στομάχι, τον κόμπο κάθε νήματος που κόπηκε. Αυτός ο κόμπος θα έκανε τα λόγια μετρημένα και θα κρατούσε το ύφος χαμηλά, με τη μουδιασμένη σφραγίδα του πένθους και της ντροπής. Πάντως όλοι εξέφρασαν τη συντριβή τους.

Κλείνω την τηλεόραση. Κλείνω και τον ιντερνετόκοσμο. Έχω θυμώσει.