Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

Λογική

Υπάρχουν πολλοί δρόμοι για ν’ ακολουθήσει κανείς όταν θέλει να φτάσει σε μια απόφαση, κι ένας απ’ αυτούς είναι ο δρόμος της λογικής. Που δεν είναι πάντα ο πιο σύντομος, γιατί τότε δε θα υπήρχαν μέρη που τα λες πέρα από κάθε λογική.

Ο κάθε άνθρωπος έχει έναν τρόπο να σκέφτεται. Ή μάλλον έχει κι έναν δεύτερο, δηλαδή έχει δυο τρόπους να σκέφτεται, ανάλογα με την περίσταση. Μπορείς λοιπόν να φοράς έναν κάπως πρόχειρο συλλογισμό όταν σκέφτεσαι από μέσα σου, και κάτι πιο επίσημο άμα σκέφτεσαι μπροστά σε κόσμο. Κι ενώ πρόκειται για μια πολύ θεμιτή διάκριση και όλοι το ξέρουν πως έχεις αφήσει και πρώτη σκέψη στο σπίτι, καμώνονται πως αγνοούν αυτό το πρώτο σου σκεπτικό το πρόχειρο και λένε μόνο προσπαθώ να καταλάβω τη λογική σου. Κι εννοούν βέβαια τη δεύτερη τη σκέψη σου, την πιο κοινωνική, και απορείς που τη λένε λογική αφού χρειάζεται προσπάθεια για να την καταλάβουν.

Υπάρχουν κάμποσα είδη λογικής, η ψυχρή, η τυπική, η τετράγωνη, αλλά η δημοφιλέστερη είναι η κοινή λογική που όλοι την επικαλούνται όταν δεν μπορούν να συνεννοηθούν ο καθένας με τη δική του. Υποθέτω ότι πρόκειται για μια πανανθρώπινη συνετή βάση, που όμως πρέπει να έχει κάποια ευελιξία, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πώς γίνεται να της αποδίδονται μέχρι και αντίθετες οπτικές. Πάντως σε κάθε περίπτωση, ό,τι λένε πως είναι απλώς θέμα κοινής λογικής καταλήγει συνήθως επίμαχο.

Τη λογική τη διακρίνουν και σε κάτι άλλες κατηγορίες με παραγωγικές και επαγωγικές σκέψεις που όλο τις μπερδεύω γιατί μόνο κάτι γράμματα αλλάζουν, και σου λένε από το ειδικό στο γενικό και τανάπαλιν. Μου φαίνεται όμως πως από το συμπέρασμα ξεκινάνε όλες οι λογικές. Έτοιμο το έχουν το γενικό ακόμα κι όταν πάνε να σε ξεγελάσουν ότι το έβγαλαν τάχαμου από τα σημεία.

Στον αντίποδα της λογικής τοποθετούν συχνά το συναίσθημα, ως λιγότερο ψύχραιμο και επιρρεπές στις ανήλικες αποφάσεις. Κι εκεί που κάθεται πανικόβλητο και πελαγωμένο, στέκεται ορθή η λογική και του λέει έννοια σου εγώ θα πρυτανεύσω. Και πρώτα του υπαγορεύει κάτι παλιές ορθογραφίες αλλά αυτό αγχώνεται ακόμα περισσότερο με τα επαναληπτικά διαγωνίσματα και κάνει όλο λάθη.

Η λογική έχει και φωνή, αλλά συνήθως μιλάει σιγά. Κι άμα καμιά φορά δεν την ακούς είναι για τον ίδιο λόγο που τη χρειάζεσαι: που δεν κάθεσαι ποτέ σε ησυχία.


Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2010

Φθινόπωρο


Όταν είναι άνοιξη οι άνθρωποι λένε καλό καλοκαίρι και χαίρονται. Όταν είναι φθινόπωρο λένε μη μου λέτε καλό χειμώνα και σα να θυμώνουν. Και το βρίσκω κάπως άδικο αυτό γιατί όπως και να το κάνουμε δεν του αξίζει του φθινοπώρου τέτοια μεταχείριση, στο κάτω κάτω δεν είναι και το χειρότερο που μπορεί να σου τύχει. Κι αν θες να το συγκρίνεις με την άνοιξη που την έχεις περί πολλού θα δεις ότι στα σημεία τη νικάει.

Το θέμα με τις αλλεργίες είναι βασικό. Τώρα δεν έχεις τέτοια προβλήματα κι άμα δεν το εκτιμάς μην τολμήσεις την άνοιξη να μου ζητήσεις χαρτομάντιλα. Καταλαβαίνω, σε αυτή τη φάση σού φταίει η αλλαγή του καιρού. Εντάξει σε πονάει η μέση σου. Όμως ακόμα κι όταν έχεις δυσπεψία, το φθινόπωρο σου δίνει το δικαίωμα να λες θα φταίει η αλλαγή του καιρού και είναι πιο κομψό από το να πεις παράφαγα.

Το φθινόπωρο αρχίζει να κάνει κρύο. Ελάχιστα στην αρχή, ακριβώς το αχ να δρόσιζε που λαχταρούσες πριν λίγο καιρό αλλά τώρα δε σου αρέσει. Κι ας έκλεισες επιτέλους το κλιματιστικό που όλο το καλοκαίρι το κατηγορούσες για κακό πράμα και ανθυγιεινό αλλά τι να κάνω θα πεθάνω από τη ζέστη. Επέζησες και ξέχασες.

Η γκαρνταρόμπα η φθινοπωρινή έχει κάποιες αδυναμίες, το παραδέχομαι. Για την ακρίβεια έχει καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα μαζί και παθαίνεις μια σύγχυση. Υπάρχουν και κάτι ρούχα που τα λένε ντεμί σεζόν αλλά είναι αυτά που μετά σκέφτεσαι σιγά μην το πάρω, πόσες φορές θα το φορέσω, και το αφήνεις πίσω στην κρεμάστρα. Και τελικά δεν το μετανιώνεις γιατί καμία φορά δε θα πεις κοίτα που τώρα θα ήθελα μανίκια μέχρι τον αγκώνα.

Νομίζω ότι τη μεγάλη ζημιά στο φθινόπωρο την κάνει το καλοκαίρι. Και όχι τόσο γιατί ήτανε ωραία και τώρα δεν είναι και πόσο κρίμα. Φταίει που πριν τις διακοπές έχεις πολλά για να κουβεντιάσεις. Και πού θα πας και τι θα κάνεις και πού κλείσαμε, εσείς πού κλείσατε και πέρσι είχαμε κλείσει εκεί, να κλείσετε κι εσείς. Και μετά γυρνάς και κλείνεσαι.

Μια μελαγχολία το φθινόπωρο τη φέρει. Κι ενώ οι άλλες εποχές ξανάρχονται κάθε φορά ολοκαίνουργιες, νιώθεις σα να επαναλαμβάνεται το ίδιο φθινόπωρο κάθε χρόνο. Ντυμένο με κείνο το διαφανές αυτοκόλλητο που όμως δε σου άρεσε γιατί θα προτιμούσες τα βιβλία σου λίγο τσαλακωμένα.

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Χιούμορ

Εκτός από τις πέντε αισθήσεις τις γνωστές -και την έκτη που όμως δεν την πολυπιστεύω ούτε ως ταινία- υπάρχει και η αίσθηση του χιούμορ. Αυτήν όλοι την εκτιμούν, και όλοι λένε ότι την έχουν.

Το δεν έχεις χιούμορ είναι μια μομφή βαριά και μη σου τύχει. Αλλά ακόμα κι αν γλυτώσεις από τούτη τη δυσμενή διαπίστωση, και πουν ότι εντάξει έχεις, το χιούμορ σου θα κριθεί, θα συγκριθεί με τη μονάδα μέτρησης και θα χαρακτηριστεί αναλόγως. Άμα το πουν έξυπνο και λεπτό δεν έχεις πρόβλημα. Αρέσει σε όλους.

Το φτηνό χιούμορ έχει κάποιες πιθανότητες επιτυχίας. Ακόμα κι αν του φαίνονται οι ραφές. Έχει άλλωστε μια εντιμότητα αφού δεν πλασαρίστηκε για πρώτη φίρμα.

Το προχωρημένο ενδέχεται να είναι η μεταμφίεση του μη χιούμορ. Αλλά μπορείς να λες ότι είναι πολύ μπροστά γι’ αυτό δεν το πιάνουν. Και να το στοιβάξεις μαζί με όλα εκείνα που -αλίμονο- η εποχή τους δεν είναι έτοιμη να δεχτεί και περιμένουν την ιστορία που ό,τι θέλεις της φορτώνεις ότι θα τ’ αποδείξει.

Υπάρχει και το χιούμορ το τραβηγμένο. Όπως όταν λες αυτό-το-αστείο- παρατράβηξε, και είναι λίγο παράξενο που το λες αστείο, αφού εξαρχής δε γελούσε κανείς.

Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι με το χιούμορ σπάει ο πάγος. Όπως με το κάνει ζέστη ή θα βρέξει ή τι ζώδιο είσαι. Ωστόσο δεν είναι η πιο ασφαλής μέθοδος. Το αποτέλεσμα ενός κρύου αστείου δεν μπορεί να ανατραπεί ακόμα κι αν επιστρατεύσεις μετά όλων των ειδών τις συναστρίες. Πέρα από τα σχόλια που κανείς δε σου εγγυάται ότι θα ακουστούν τόσο πνευματώδη όσο αισθάνεσαι ότι τα εμπνεύστηκες, αρκετά αμφίβολη είναι η επιτυχία και με αυτές τις έτοιμες χιουμοριστικές ιστορίες που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Και το πιο αστείο με αυτές είναι ότι τις λένε ανέκδοτα λες και πρόκειται για κάτι που υπό κάποιες συνθήκες θα μπορούσε να έχει εκδοτικό ενδιαφέρον.

Το χιούμορ είναι ενίοτε και εθνικό (το βρετανικό για παράδειγμα, που δεν έχω καταλάβει αν είναι καλό ή κακό πράμα). Άλλες φορές έχει χρώμα, όπως το μαύρο χιούμορ. Εδώ γελάς με τα στενάχωρα, έχεις και λίγες τύψεις, αλλά τις ξεπερνάς γρήγορα, όπως συμβαίνει με τις τύψεις γενικώς, αφού είναι αλλωνών οι στεναχώριες.

Πάντως και για τα δικά σου τα προβλήματα, που δεν περνούν το ίδιο εύκολα, θα βρεθεί πάντα κάποιος που θα σου πει να τα δεις με χιούμορ. Δες την κωμική πλευρά και τέτοια. Η συμβουλή αυτή δίνεται ασφαλώς με καλή πρόθεση, μπορείς να τη δοκιμάσεις, και είναι η μοναδική φορά που άμα τελικά δε γελάσεις δε θα σου πει κανείς ότι δεν έχεις χιούμορ.


Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Παρεξήγηση

Κάθε φορά που δυο άνθρωποι τσακώνονται στήνεται ένα μικρό δικαστήριο και βέβαια έχεις γνώμη. Είτε φταίει ο ένας (εκείνος που έφταιγε και τις προηγούμενες φορές) είτε φταίνε κι οι δύο (αυτό άμα είναι φίλοι σου ή ζευγάρι ή και τα δύο) είτε δεν φταίει κανείς γιατί πρόκειται για παρεξήγηση.

Η παρεξήγηση κάνει επιτυχία γιατί βολεύει. Σαν την πανσέληνο ένα πράμα. Φορτώνεται όλη την ευθύνη και αφήνει στους ανθρώπους το ακαταλόγιστο.

Η παρεξήγηση πατάει πάνω σε μια παρανόηση, που είναι το πιο αθώο λάθος. Πιο αθώο κι απ’ τα ορθογραφικά. Άλλωστε το λάθος το κάνεις, ενώ παρεξήγηση δεν κάνεις, απλώς γίνεται. Έτσι από μόνη της, στη μέση τη φωνή την ανεύθυνη.

Στους κανονικούς καβγάδες υπάρχει μια αιτία, ή έστω μια αφορμή. Κάποιος θυμώνει, κάτι λέει, μετά θυμώνει κι ο άλλος, φωνάζουν, ή φωνάζει μόνο ο ένας και χάνει πόντους, κι ο άλλος είναι ψύχραιμος και νικάει λίγο. Εντέλει η κατάσταση γίνεται κάπως άσχημη και κρατάνε μούτρα. Άμα θέλουν πιο μετά συμφιλιώνονται αφού πρώτα ηρεμήσουν και μιλήσουν κανονικά. Ο ένας που μπορεί να είχε το λιγότερο άδικο αλλά φώναξε περισσότερο πρέπει να ζητήσει πρώτος συγγνώμη. Μετά λέει κι ο άλλος παραφέρθηκα και δίνουν τα χέρια ή αν είναι αρκετά αγαπημένοι αγκαλιάζονται.

Η παρεξήγηση έχει διαφορετικό κόνσεπτ και πιο περίπλοκο. Τις περισσότερες φορές κάποιος καταλαβαίνει λάθος κάτι που είπε κάποιος άλλος. Άμα μιλούν την ίδια γλώσσα αυτό φαίνεται αρκετά παράξενο αλλά συμβαίνει. Αυτός που παρεξηγεί θυμώνει και άμα το πει είμαστε στο απλό μοντέλο. Όμως συχνά δεν το λέει, σα να ντρέπεται, και κάνει σα να το ξεχνάει. Αλλά μετά το ξαναθυμάται και το λέει σε ένα σωρό άλλους ανθρώπους, γιατί εκεί δεν ντρέπεται και λέει μην το πεις και κάποιος τελικά το λέει ή το λένε όλοι και μην πεις ότι σου το είπα. Έτσι θυμώνει και ο άλλος και λέει ότι δεν έπρεπε να μάθει την παρεξήγηση από τρίτους. Και οι υπόλοιποι για να μην είναι τρίτοι, που δεν είναι ωραίο, παρεξηγούνται κι αυτοί. Στο τέλος όλοι λένε ότι ήταν μια τεράστια παρεξήγηση και όλα καλά, αλλά συνήθως μένει ένας παρεξηγημένος με όλους και συχνά είναι αυτός με τα λιγότερα λόγια.

Κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει όταν πριν ξεκινήσεις την κουβέντα σου λες καλού-κακού κι ένα χωρίς παρεξήγηση. Γιατί τον δεσμεύεις τον άλλον έτσι, τον προλαβαίνεις. Μπορεί να μη σου πέφτει λόγος, μπορεί να μην έχει ζητήσει τη γνώμη σου, αλλά όλα κι όλα. Άμα είναι να παρεξηγηθεί οφείλει να το πει από την αρχή. Αγένεια όμως να σε διακόψει.

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Επιστροφή


Οι καλοκαιρινές διακοπές είναι θέμα για συζήτηση ήδη από την άνοιξη μέχρι και το φθινόπωρο. Πού θα πας, τι θα κάνεις και ύστερα πού πήγες, τι έκανες. Δυο εκθέσεις που τόσο βαριόσουν να γράφεις στο σχολείο, κι όμως τώρα τις επιλέγεις κιόλας, παρόλο που το θέμα είναι ελεύθερο.

Επέστρεψες λοιπόν με την ίδια παραφορτωμένη βαλίτσα που κουβαλούσες όταν έφευγες, μόνο που τώρα έκλεισε ακόμα πιο δύσκολα. Λίγο τα ρούχα που γίναν άπλυτα άρα κουβάρι, λίγο που σου είναι δύσκολο να στριμώξεις για δεύτερη φορά όλο το σπίτι σου σε αποσκευές, το τέλος των διακοπών σε βρίσκει μπροστά στο πλυντήριο, που είναι άλλωστε ένα από τα ελάχιστα υπάρχοντά σου που δε θα χρειαστεί να ξεπακετάρεις.

Κάθε φορά που επιστρέφεις χρειάζεσαι κάποιο χρονικό διάστημα για να προσαρμοστείς. Ακόμα και πέντε μέρες να έλειψες, είναι ικανές να σε αποδιοργανώσουν από την καθημερινότητα που χτίζεις χρόνια. Μάλλον γιατί σου θύμισαν ότι κάπως αλλιώς θα την ήθελες χτισμένη. Αλλά ούτε τότε που ήταν ακόμα οικοδομή ήξερες το πώς αλλιώς, ούτε και τώρα το ξέρεις. Το υποψιάζεσαι μόνο και γκρινιάζεις που γύρισες και λες ζέστη ζέστη κάνει εδώ. Κι εκεί που πήγες μπορεί να έκανε την ίδια ζέστη ή να φύσαγε ή να έβρεχε, που και πάλι δε σου άρεσε και γκρίνιαζες από μέσα σου, αλλά τώρα μπορείς να γκρινιάζεις επιτέλους δυνατά γιατί έχεις κάθε δικαίωμα αφού γύρισες και δεν μπορείς να προσαρμοστείς.

Υπάρχουν πάντα και κείνα τα συνηθισμένα σου που πεθύμησες, και είναι όσα δε θ’ άλλαζες ακόμα και στην υποθετική κατάσταση που θα ήξερες τι θέλεις ν’ αλλάξεις. Βέβαια η απόσταση εύκολα τη φέρνει τη νοσταλγία, ωστόσο τα συμπεράσματα περί αναντικατάστατου κρίνονται σε σημαντικό βαθμό ασφαλή.

Όπως και να πέρασες στις διακοπές, πάντα λες ότι πέρασες καταπληκτικά. Δεν αρκεί να το λες όμως, πρέπει να έχεις και αποδείξεις. Φωτογραφίες με καταγάλανες θάλασσες και ολόχρυσες αμμουδιές. Χαμογελαστούς ανθρώπους να εκτίθενται επιμελώς στον ήλιο και ατημέλητα στο φακό. Όσο καλή κι αν είναι η ανάλυση της μηχανής κανείς δε θα γλυτώσει από την εμβριθή ανάλυση του κάθε αποτυπωμένου στιγμιότυπου. Ακόμα κι αν ρώτησε πώς πέρασες από απλή ευγένεια.

Σίγουρα οι διακοπές σου είχαν και τα στραβά τους. Προβλήματα που σου έφερναν εκείνο το κακό είδος εκνευρισμού των διακοπών, εκεί που όλα πρέπει να είναι τέλεια και το παραμικρό που πάει να κλονίσει την υποχρεωτική τελειότητα μπορεί να σε φέρει εκτός εαυτού. Εκ των υστέρων όμως κάθε τέτοια συμφορά φαντάζει χαριτωμένο απρόοπτο, γουστόζικο ευτράπελο για να περιγράφεις στην ομήγυρη, γελώντας μαζί με το συνταξιδιώτη σου, που κάθεται παραδίπλα, και παραδόξως σου μιλάει ακόμα.

Παραλίας αναγνώσματα

Όταν κάποιος διαβάσει ένα βιβλίο και του αρέσει αρκετά συνηθίζει να το προτείνει και σε άλλους ανθρώπους που γνωρίζει. Μάλλον γιατί υποθέτει ότι θα αρέσει και σε κείνους. Αυτό συμβαίνει όλες τις εποχές του χρόνου. Το καλοκαίρι όμως κυκλοφορεί κι ένα επιχείρημα που κάπως με μπερδεύει. «Είναι ό,τι πρέπει για την παραλία».

Και λέω μη δείξω πως δεν κατάλαβα τον επικαιρικό χαρακτήρα της πρότασης, κάτι θα μου διαφεύγει, και ρίχνω μια ματιά στο εξώφυλλο. Μπας κι είναι ολοφάνερο το εποχικό το είδος και με βγάλει από τη δύσκολη θέση της άγνοιας της ορολογίας. Όχι, δεν είναι αδιάβροχο.

Τότε ανατρέχω στο οπισθόφυλλο, να μπω στο πνεύμα, να τ’ αναγνωρίσω ως θερινό. Όπως γίνεται λόγου χάρη με τις άλλες τέτοιου τύπου αντιστοιχίες. Χριστουγεννιάτικη ταινία λέει. Δικαιολογείται εθιμοτυπικά και με ένα καταστόλιστο έλατο μπρος στη μύτη σου θεατή. Η καλοκαιρινή λογοτεχνία όμως δεν έχει την ημερολογιακή σαφήνεια της χριστουγεννιάτικης φιλμογραφίας.

Το μυστήριο λύνεται στις λέξεις-κλειδιά που συμπληρώνουν τη βιβλιοπρόταση του συνομιλητή. Ελαφρύ, εύπεπτο, δροσερό. Άμα δεν προσθέσει ότι πρέπει να περάσουν δυο ώρες πριν κολυμπήσεις, τότε είναι βέβαιο, μιλάει για το βιβλίο.

Ο αναγνώστης παραλίας μπορεί να έχει και την ιδιότητα του σκέτου αναγνώστη ή να κατέχει τον τίτλο μόνο με τον προσδιορισμό του τόπου. Όπως ο παίκτης ρακετών που δε θα τον δεις αλλού να κουβαλάει τον εν λόγω αθλητικό εξοπλισμό του.

Εκείνοι λοιπόν που συνηθίζουν να διαβάζουν και εκτός παραλίας έχουν τις αναγνωστικές προτιμήσεις τους, τις οποίες προσαρμόζουν ή δεν προσαρμόζουν στον εκάστοτε χώρο ή τέλος πάντων κατά βούληση. Όσοι θέλουν τα βιβλία για θαλάσσιο σπορ έχουν περισσότερες πιθανότητες να επιλέξουν ό,τι θεωρείται στα κατάλληλα για την εποχή επίπεδα.

Η εποχή λοιπόν και η ακροθαλασσιά συνάμα θέλουν τα αναγνώσματα να κυλούν, να ρέουν. Κι αν λες πως κάθε αφήγηση έχει τη δική της ροή, εδώ μιλάμε για ρυθμούς που τρέχουν χωρίς να χρειάζεται κάποιου είδους εξοικείωση με το ύφος του ανθρώπου που έγραψε τις λέξεις. Παραλείπουμε το χαίρω πολύ και θέλουμε τους κώδικες πιο σαφείς κι από την ξαπλώστρα.

Ο αναγνώστης της παραλίας και μόνο αυτής δεν επιδιώκει να αφεθεί στην ατμόσφαιρα του βιβλίου. Γι’ αυτό και προτιμάει βιβλία που του επιτρέπουν να επιβάλει τη δική του ατμόσφαιρα. Εύπεπτη σαν τοστ και δροσερή σαν παγωτό. Έρωτες αντηλιακοί και μυστήρια μέσα σε κουβαδάκια. Πάθη που τελειώνουν λίγο πριν πατήσουν αχινούς.

Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

Απαραίτητα

Τον άνθρωπο που φεύγει για διακοπές τον καταλαβαίνεις από τη διάθεση και τις αποσκευές. Και στις δύο περιπτώσεις επιδιώκει την ελάχιστη δυνατή βαρύτητα. Κι αν στην πρώτη το καταφέρνει πιο εύκολα, στη δεύτερη δεν αρκεί η αυθυποβολή.

Η διάθεση που κουβαλάς μπορεί να ελαφρύνει στην πορεία. Με τη βαλίτσα γίνεται συνήθως το αντίστροφο. Ξεκινάς με τις ελαφρύτερες των προθέσεων. Λες θα πάρω μόνο τ’ απαραίτητα. Και καταλήγεις πρόθυμος να ανακαλύψεις την απαραίτητη πλευρά σε ό,τι ποτέ δεν φαντάστηκες ότι έχει τέτοια.

Οι καλοκαιρινές βαλίτσες έχουν ένα ελαφρύ προβάδισμα έναντι των χειμερινών αντιστοίχων τους: τα ελαφρά ρούχα. Ό,τι γλυτώνεις σε μανίκι το κερδίζεις σε χώρο. Που βεβαίως αυτός ο χώρος δε θα μείνει αναξιοποίητος. Γιατί με το που βλέπεις βαλίτσα σε πιάνει αμέσως ο τρόμος του κενού. Είσαι πρόθυμος να στριμώξεις μέχρι και ξεσκονόπανα προκειμένου να μη μείνει ούτε ένα κυβικό εκατοστό ακάλυπτο.

Κι ας σκέφτεσαι αυτή τη φορά θα πάρω λίγα. Με τέτοιους σκοπούς ανοίγεις την ντουλάπα. Απόδειξη ότι κάθεσαι και κάνεις λογαριασμούς από πριν. Ένα ρούχο για κάθε μέρα. Άντε και κάνα δυο ακόμα. Εκεί στα κάνα δυο ακόμα ξεφεύγεις. Όπως με τα ποτά. Και λες θα μαυρίσω, μπορεί να θέλω να φορέσω κάτι σε καναρινί να τ’ αναδείξω. Και στοιβάζεις εκείνο το καναρινί που έχει αντισταθεί στα μαυρίσματα των τελευταίων τριών χρόνων.

Θέλεις και να καλύψεις όλες τις πιθανές καιρικές συνθήκες. Λίγη ψύχρα, μια ξαφνική μπόρα, μέχρι και ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν να προκύψουν ίσα για να καταστρέψουν τις διακοπές σου. Αλλά ευτυχώς εσύ θα έχεις προετοιμαστεί για παν ενδεχόμενο και δη με κάμποσες στιλιστικές εναλλακτικές. Μπορεί στις συνηθέστερες βροχερές περιπτώσεις -το καταχείμωνο, που δείχνει κι εγκαίρως το μαύρο το σύννεφο- να ξεχνάς μονίμως την έρμη την ομπρέλα, τα απρόοπτα όμως των καλοκαιρινών διακοπών πρέπει να έχουν προβλεφθεί το δίχως άλλο.

Με την ίδια λογική κουβαλάς κι ένα ολάκερο φαρμακείο. Να μην έχεις μαζί σου άφθονο μπεταντίν σε όλες τις διαθέσιμες μορφές του; Και χάπια για τον πονοκέφαλο, τη βαρυστομαχιά, τη ναυτία. Σαφώς θα προμηθευτείς κι όλα τα χρειαζούμενα για την πιθανότητα να σε δαγκώσει φίδι, ακόμα κι αν παραλείψεις εκείνο το φιδωτό λιβάνι που θα σε σώσει από τα κουνούπια. Γιατί αφού στις διακοπές θες να καταργούνται οι νόμοι της καθημερινότητας, σα να σου διαφεύγει κι ο νόμος των πιθανοτήτων.

Ένα μεγάλο μέρος της βαλίτσας καταλαμβάνεται από καλλυντικά. Eίναι απαραίτητα αυτά, αλλιώς δε θα λέγαμε νεσεσέρ αυτό που τα περιέχει. Αμέτρητα προϊόντα περιποίησης Χαλάρωση και αναζωογόνηση θεωρούνται οι διακοπές κι όταν ακούς τέτοια υπνωτίζεσαι και σου ‘ρχονται κάτι διαφημιστικοί συνειρμοί και βάζεις μια μάσκα με αβοκάντο στις αποσκευές σου.

Κι ύστερα λες μη μου λείψουν οι ανέσεις οι ηλεκτρικές. Το σεσουάρ και το μηχανάκι του φραπέ είναι εκ των ων ουκ άνευ, αλλά αν είχε μείνει χώρος θα στρίμωχνες και τον αποχυμωτή, ίσως και το φούρνο μικροκυμάτων.

Κι όταν με δυσκολία καταφέρνεις να κλείσεις τη βαλίτσα σου σκέφτεσαι ότι την επόμενη φορά θα πάρεις μόνο τ’ απαραίτητα. Κι αφού την κουβαλήσεις και μετά την ξανανοίξεις θα πεις την επόμενη φορά να μην ξεχάσεις την οδοντόβουρτσά σου.