Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Απόδραση


Αν από το σπίτι κάποιου μπορείς να βγάλεις συμπεράσματα για το χαρακτήρα του, τον κόσμο του και τις συνήθειές του, όλο και κάποια ένδειξη σου δίνουν και οι θερινές του επιλογές για διαμονή. Δεν έχουν βέβαια την εγκυρότητα της μόνιμης κατοικίας, αλλά ίσως η προσωρινότητά τους να φωτίζει πτυχές πιο ιδιαίτερες, σε συνάρτηση πάντα με την περίσταση που καλύπτουν και είθισται να τη λέμε απόδραση.

Το κόνσεπτ που έχει ως μοναδικό ζητούμενο ένα κρεβάτι να κοιμάμαι-σιγά μην κάθομαι στο δωμάτιο, θαρρώ πως δεν έχει μεγάλη πέραση μετά την πενταήμερη και ούτε καν. Ακόμα κι αν σε μια έξαρση ολιγάρκειας και φιλοσοφημένης αποταμίευσης τύπου να-τα-φάμε-αλλού ξεκινήσεις κάπως έτσι, στην πορεία συνειδητοποιείς ότι θα πληρώσεις που θα πληρώσεις σα ν’ αγόραζες στρώμα ανατομικό χωρίς καν να νοικιάζεις τέτοιο πράμα, ας έχεις τουλάχιστον τις ανέσεις που σου δηλώνονται, ένα άνετο ορμητήριο για να εξερευνήσεις το νησί –διάθεση που θα σου φύγει με το που θα πατήσεις το πόδι σου εκεί πέρα, αλλά ποτέ δεν το ξέρεις εξαρχής.

Ψάχνεις λοιπόν κάτι φτηνό και λες ότι το θες αξιοπρεπές, εννοώντας την αξιοπρέπεια που εξασφάλισαν στην ανθρωπότητα το υδρευτικό και το αποχετευτικό σύστημα καθώς και το θαύμα του ηλεκτρισμού. Καλό θα ήταν βέβαια να διατηρείς μια επιφύλαξη απέναντι στο νερό όταν δεν είναι εμφιαλωμένο και να μην εμπιστεύεσαι την ντουζιέρα τις ώρες που επιστρέφουν από τη θάλασσα οι λοιποί ένοικοι. Όλως περιέργως οι ώρες αυτές συμπίπτουν. Γιατί οι αποδράσεις από την προγραμματισμένη ρουτίνα έχουν πάντα πρόγραμμα -ανέμελες κατά τ’ άλλα.

Αν είσαι από εκείνους τους παραθεριστές που λένε δε βαριέσαι-λίγες μέρες θα μείνουμε-να κλείσουμε τα καλύτερα, τότε θα πληρώσεις πολλά λεφτά. Κι επειδή τα καλύτερα τη μυρίζονται αυτή την ψυχολογία, θα πληρώσεις ακόμα περισσότερα. Εδώ προτιμάς τα ξενοδοχεία, με πρωινό πάντα, και αυτό σε ενδιαφέρει ακόμα κι αν τα πρωινά θες σκέτο καφέ και μόνο αυτό, ακόμα κι αν αντιστέκεσαι σθεναρά στην εκστρατεία των απανταχού συμβούλων διατροφής (επαγγελματιών ή μη) που σα να έχουν δώσει όρκο να εισαγάγουν δια της βίας το πρωινό στη ζωή σου. Στα ξενοδοχεία πάντως είναι εκ των ων ουκ άνευ, σου το υπογραμμίζουν μάλιστα σα να πρόκειται για κάποια σπουδαία προσφορά και βέβαια για να το προλάβεις οφείλεις να ξυπνήσεις την ώρα που θα πήγαινες στη δουλειά από την οποία έχεις αποδράσει. Ανέμελα όμως.

Κι ενώ στην παραπάνω περίπτωση μετράς με αστέρια τις ανέσεις, υπάρχει και η επιλογή να ανταλλάξεις την πολυτέλεια με τα άλλα αστέρια, του ουρανού, και να προτιμήσεις αυτό που λένε κάμπινγκ. Το κάμπινγκ βγαίνει σε οργανωμένο, που σε βλέπουν να διστάζεις και σου λένε έχει τα πάντα, αλλά ξέρεις ότι αν είχε τα πάντα θα ήταν σπίτι, ή τέλος πάντων δεν ισχύουν τα πάντα για κάτι που δεν έχει κρεβάτια. Οι τολμηρότεροι όλων πάνε σε ελεύθερο κάμπινγκ. Εκεί δεν έχει τίποτα. Και κανείς δεν προσπαθεί να σε πείσει για το αντίθετο εφόσον αυτό το τίποτα υποτίθεται ότι είναι η ουσία αυτής της διαδικασίας. Γιατί έλα που δεν είναι διαδικασία οι διακοπές σου σε αυτές τις συνθήκες. Μη σου πω και δοκιμασία. Πάντως κάποιοι λένε ότι περνούν καλά, ενθουσιάζονται κιόλας και δεν έχω λόγο να μην τους πιστέψω. Άλλωστε καθένας οργανώνει την απόδρασή του στο βαθμό που μπορεί να την αντέξει.


Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Συρτάρια


Θυμάσαι τότε που οι φάκελοι δεν άνοιγαν με διπλό κλικ και τα αρχεία είχαν σκόνη; Δεν τα νοσταλγώ βέβαια -μακριά από μένα όλων των ειδών οι αναπολήσεις- μόνο που ξεκινώ από κει για να σου πω σχετικά με κάτι μέρες που σε ανακατεύουν με ό,τι απτό έχει ξεμείνει από τα περασμένα σου.

Ώχου, θα μου πεις, τι θες και τα σκαλίζεις. Αλλά σε πιάνει μερικές φορές μια τέτοια διάθεση, φταίει και που όλα αυτά τα συρτάρια, τα ντουλάπια, τα καταχωνιασμένα μικροπράματα σε αναδεικνύουν σε πρωταγωνιστή, ακόμα κι όταν παραπέμπουν σε μικρές ιστορίες που δεν είχες και πολλές ατάκες. Γιατί τα αντικείμενα-κλειδιά που έχεις διαλέξει δείχνουν τη δική σου παρουσία εκεί. Είναι σαν να βάζεις στην αφίσα της ταινίας το κακόγουστο καπέλο που φορούσε σε μια μικρή σκηνή ένας κομπάρσος.

Στα φορτωμένα χρονοντούλαπα υπάρχουν αρκετές πιθανότητες να ανακαλύψεις άφθονο ημερολογιακό υλικό. Η μορφή του εξαρτάται από το εφηβικό στάδιο που του ‘λαχε κάποτε να καλύψει. Πρώτα το φώναζες αγαπητό σου ημερολόγιο και οι σελίδες του σκιρτούσαν από αγάπες, ανασφάλειες και κουτσομπολιά εσωτερικής κατανάλωσης. Μετά το ήθελες τύπου καταστρώματος και τόσο ανήσυχο λογοτεχνικά που ευτυχώς σου δίνουν και τη μετεφηβεία σε ορολογία για να ‘χεις λίγο ακόμα άλλοθι.

Με γράμματα, σημειώματα και λοιπές γραπτές καταθέσεις νιώθεις πιο άνετα. Όπως και να το κάνουμε η μισή ντροπή που δίνουν στον παραλήπτη είναι απλώς παρηγοριά στον αποστολέα.

Οι φωτογραφίες είναι συχνά τακτοποιημένες είτε σε κακόγουστα άλμπουμ με γατάκια, μωράκια και λοιπά πλαστικοποιημένα είτε σε χαρτόδετες εικαστικές απόπειρες. Αντιστοίχως εκτιμώνται και οι ιστορίες που κουβαλάνε. Οι χύμα φωτογραφίες οι ανοργάνωτες έχουν άλλο βάρος, συναισθηματικό έστω και με το ζόρι, καθώς η κατάστασή τους αυτή προδίδει είτε χαρισμένο πράγμα είτε αποκαθηλωμένο από κορνίζα είτε άνθρωπο εν γένει ακατάστατο άρα επιρρεπή στα δραματικά φορτία.

Στα συρτάρια του παρελθόντος συνωστίζονται κι ένα σωρό ακόμα μικροαντικείμενα, από κασέτες και βότσαλα μέχρι αποξηραμένα λουλούδια και δώρα συμβολικά -τα περισσότερα άσχημα και σίγουρα πιο άχρηστα από τους σκόρπιους συνδετήρες τριγύρω.

Καμιά φορά λες άντε να πετάξω τίποτα να κάνω χώρο. Και μισοαδειάζεις το συρτάρι προσεκτικά, φροντίζοντας πάντα ν’ αφήσεις πάνω-πάνω μερικές φωτογραφίες για να καλύπτουν το αστείο καπέλο του κομπάρσου.

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

Σημεία


Τα λόγια είναι πολύχρωμα, φτερωτά και κάπως ανέμελα. Τη δύσκολη αποστολή να συμμαζέψει λίγο τον ατίθασο χαρακτήρα τους έχει αναλάβει η γραπτή τους αποτύπωση. Τα στρώνει από δω τα ισιώνει από κει, συνήθως βγαίνει μια άκρη σχετικά αξιοπρεπής, όλο και κάποια προφορική ουρά ξεφεύγει όμως. Για τούτο το παραστράτημα μέρος της ευθύνης έχει η στίξη και το σακούλι με τα ύπουλα σημαδάκια της.

Η στίξη εμφανίζεται ως υπέρμαχος της σαφήνειας, που είναι εξ ορισμού πολύτιμη βοηθός του λόγου. Αλλά πίσω από τη μάσκα της αυτή κρύβει τους δόλιους σκοπούς της.

Η τελεία είναι το μόνο λιτό και απέριττο αξεσουάρ. Ολοκληρώνεται το νόημα, ζωγραφίζεις ένα μικρό σημάδι και ξεκινάς καινούργια νοήματα μ’ ένα γενναίο κεφαλαίο. Σε κάποιες περιπτώσεις η απουσία της ίσως να σήμαινε και χάος. «Μάθε να βάζεις τελείες» σου γράφουν οι δάσκαλοι για παρατήρηση στις παιδικές εκθέσεις και είναι η πρώτη φορά στη ζωή σου που ακούς αυτή τη συμβουλή και η τελευταία που αφορά σε έκθεση ιδεών και όχι συναισθημάτων.

Η τελεία μπορεί να είναι και άνω. Λιγότερο αποφασιστική, δυσκολεύεται κάπως να αποχωριστεί τα προηγούμενα. Κάτι σαν δίλημμα ανάμεσα στην τελεία και το κόμμα. Πρόκειται μάλιστα για κείνο το σημείο της στίξης που αποτελεί ανεξιχνίαστο μυστήριο του πληκτρολογίου. Σα να θέλει η τεχνολογία να σου κάνει ακόμα πιο δύσκολο το δισταγμό σου. Κι έτσι σε αναζήτηση κόπι πέιστ βάζεις ένα «πήραμε τη ζωή μας λάθος», έτσι σημειολογικά να σου βγει και το σημείο, κι ας ντρέπεσαι λίγο που επικαλείσαι τον ποιητή επί ματαίω.

Παύση είναι και το κόμμα αλλά αυτό έχει λίγη γκρίνια. Γι’ αυτό άμα είσαι κι επιρρεπής, εύκολα θα γεμίσεις σελίδες με καμπυλωτά μουρμουριστά σημαδάκια.

Ξεκάθαρο στόχο έχει το ερωτηματικό (αν εξαιρέσουμε βέβαια τη ρητορική του μεταμφίεση). Ρωτάει ο άνθρωπος. Ευθέως κι επιμόνως. Κι αν στον προφορικό λόγο υπάρχει το καταφύγιο του δήθεν αδιάφορου, καμιά ερώτηση δε γλυτώνει το με νοιάζει που δηλώνει η καταγραφή της.

Απροκάλυπτα χαρωπή η διάθεση του θαυμαστικού. Το αναγκάζουν πού και πού να συνοδεύει πιο σοβαρές εντάσεις, έναν τρόμο, μια αγανάκτηση, όμως κάτι σαν κλείσιμο ματιού μού φαίνεται πως το φέρει. Όπως και να το κάνεις, μια ανάλαφρη εσάνς τη διαθέτει, δεν μπορεί να εκφράσει το δέος ή το πάθος το βαρύ.

Παύλες, παρενθέσεις, εισαγωγικά, ό,τι βγαίνει σε ζευγάρι, είτε για να υποσημειώσει είτε για να υπογραμμίσει, αποδεικνύει ενίοτε την υποτίμηση ή την υπερτίμηση μιας πληροφορίας αντιστοίχως. Αν εξαιρέσεις τα σχολικά βιβλία, όπου οι παρενθέσεις είναι συχνά αριθμοί, τοπωνύμια ή άλλη ταλαιπωρία, τις περισσότερες φορές όσα παρεντίθενται είναι αποκαλυπτικότερα της ουσίας απ’ όλα τα υπόλοιπα που απλώς τίθενται. Τα εισαγωγικά ξιπάζονται κάπως και δε μου αρέσουν πολύ.

Οι τρεις τελείες αν και πληθωρικές στον αριθμό, έχουν επίσημο όνομα που δηλώνει φειδώ στην έκφραση και αποσιώπηση. Όμως εδώ συμβαίνει ό,τι ακριβώς και στον προφορικό το λόγο. Η πραγματική κρυψίνοια δεν έχει υπόνοια. Γιατί άμα θες πραγματικά να κρύψεις κάτι, δεν αφήνεις στο δρόμο μικρά αποσιωπητικά χαλίκια.


Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Χαριστικά


Κάτι που αγοράζεται μπορεί να είναι ακριβό, φτηνό ή σχετικό. Ό,τι χαρίζεται όμως ξεκινά πάντα ως ακριβή και πολύτιμη χειρονομία και ενίοτε καταλήγει στα αποκαλυπτήρια μιας καθόλου σχετικής και απολύτως φτηνής προσφοράς.

Και δε μιλώ για εκείνες τις συμπαθείς στήλες ευκαιριών πλάι στα ζητείται και στα πωλείται έντυπων και ηλεκτρονικών παζαριών. Τα ξεχαρβαλωμένα ποδήλατα και τα σαρακοφαγωμένα ντουλάπια που θα σου χαρίσουν εκεί είναι ίσως τα μόνα χαρίσματα που μπορείς να δεχτείς με τη βεβαιότητα ότι δε θα διαψεύσουν στο μέλλον το αληθές της γενναιοδωρίας. Αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί στην προκειμένη περίπτωση, δίπλα στο «χαρίζεται» υπάρχει μια μικρή αόρατη παρένθεση που λέει «θέλω να ξεφορτωθώ».

Μα θα μου πεις, αχρείαστα πράματα δε χαρίζουμε πάντοτε ούτως ή άλλως; Ακόμα κι εκείνη η χριστιανική πρόταση, για το χιτώνα το δεύτερο μιλάει, αυτόν που περισσεύει δηλαδή, και μάλλον εννοεί να δώσεις τον πρόχειρο, που δε σε κολακεύει. Ωστόσο εδώ υπάρχει κι ένα χάρισμα, με την άλλη την έννοια, τη χαρισματική. Πρόκειται για την εξαιρετική ικανότητα κάποιου να στολίζει με υποτιθέμενο κόπο εκείνο που του είναι ένα τίποτα την ώρα που για κάποιον άλλον τυχαίνει να έχει μεγάλη ή μικρή σημασία.

Και μην κάνεις πως αναρωτιέσαι ποια ανάγκη γεννάει ετούτη την προσποίηση. Αβανταδόρικος ο ρόλος του ευεργέτη και πώς να κλοτσήσεις την ευκαιρία όταν μάλιστα δεν είναι ότι βρίσκεις και κάθε μέρα άνθρωπο να σου κρατάει τα λόγια;

Να πάρεις πίσω κάτι που χάρισες; Ούτε να το συζητάς. Ένας άγραφος νόμος αποκλείει αυτό το ενδεχόμενο, αντίστοιχα με το δώρο που δε δωρίζεται. Κι ενώ το νόμο των δώρων ρισκάρεις να τον παραβείς βγάζοντας καμιά υποχρέωση και νιώθοντας συνάμα τη χαρά του αποχωρισμού από ένα πανάσχημο ρολόι τοίχου, αν όμως μετανιώσεις για ό,τι χάρισες δεν τ’ ομολογείς, είναι ντροπή μεγάλη. Τ’ ομολογείς δηλαδή αλλά ποτέ στον παραλήπτη. Σε όλους τους άλλους. Εκτός βέβαια αν είσαι κάτω των δέκα ετών οπότε έχεις κάθε δικαίωμα να πεις «δε σ’ έχω φίλο, δώσε μου πίσω τα αυτοκόλλητά μου».

Άλλωστε δε συμφέρει κιόλας να ζητήσεις πίσω χαρισμένο πράμα. Κέρδος θα βγάλεις, μην ανησυχείς. Να υπολογίζεις στις προσδοκίες σου την ανταπόδοση. Πιο γενναιόδωρα από τους ανθρώπους τα λεξικά, σου έχουν τη λέξη που δικαιούσαι και τη λένε αντίχαρη. Χρωστούμενη και τοκισμένη.

Η χάρη αποκτά μεγαλύτερη αίγλη άμα την βαφτίσεις θυσία. Έτσι φουσκώνεις και το λογαριασμό. Τις χάρες-θυσίες μπορείς να τις επικαλείσαι ελεύθερα αν είσαι ή γονιός ή χωρισμένος ή και τα δύο. Και κάπου εδώ παρατηρείται το σύνηθες ανεξήγητο φαινόμενο: τα χρόνια όταν τα έχεις τα λες δύσκολα-χρόνια, όταν φωνάζεις πως τα χάρισες τα λες τα-καλύτερά-μου-χρόνια.

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Ιούνιος


Αναγγελία ότι ήρθε το καλοκαίρι δεν θα σου κάνω. Το κατάλαβες και μόνος σου. Ούτε λογοπαίγνια με τον υδράργυρο και τα συνώνυμα της ζέστης. Τ’ ακούς και στα δελτία ειδήσεων.

Ο Ιούνιος όμως είναι μήνας παράξενος, ίσως μια εποχή από μόνος του. Έχει όλα τα στραβά της άνοιξης και του καλοκαιριού μαζί. Οι αλλεργίες επιμένουν γιατρέ μου. Άσε που συγκροτημένο άνθρωπο εξακολουθείς να μη με λες. Γιατί και να ‘κανε τη δουλειά της η δικαιολογία ότι οι πρώτες ζέστες φέρνουν μια κάποια αποδιοργάνωση, και τις δεύτερες όμως ευπροσάρμοστες δεν τις λες.

Τέλος πάντων, είναι φανερό: όσοι βίωσαν την άνοιξη ως χαρά και ευεξία, έτσι ευφρόσυνα θα μεταβούν και στην εποχή Ιούνιο. Οι λοιποί, ας τα λέμε φθινοπωρινοί, με τούτα και με γκρίνια θα πορευτούμε μέχρι τα μέσα του Ιούλη. Τότε που οι διακοπές θα έχουν εξαντληθεί ως ένθετα περιοδικά και θα κυκλοφορούν πλέον ανάμεσά μας.

Προς το παρόν οι φαινομενικά ανέμελοι προορισμοί σέρνονται κυρίως σε δρόμους, γραφεία και βέβαια σε καφέ, με πολλά παγάκια και σπαστά καλαμάκια. Όλοι ρωτούν όλους «πού θα πάτε διακοπές». Όποιος έχει τις περισσότερες πληροφορίες για ενοικιαζόμενα δωμάτια και οτιδήποτε άλλο με τον επιθετικό προσδιορισμό «καταπληκτικό», θεωρεί χρέος του να καταθέσει την πολύτιμη γνώση, μαζί με την περιγραφή όλων των περασμένων διακοπών της ζωής του, σε μια παραστατική αφήγηση την οποία για κάποιο μυστήριο λόγο βρίσκει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ο ίδιος.

Τις Κυριακές του Ιουνίου οι άνθρωποι πηγαίνουν σ’ ένα μέρος που τα παιδιά το λένε θάλασσα και οι μεγάλοι παραλία. Όλοι έχουν την πρωτότυπη ιδέα να ξεκινήσουν νωρίς για να μην τους πιάσει η κίνηση. Έτσι ξεκινούν ταυτόχρονα, και περνούν κάμποσες στριμωγμένες ώρες ακινησίας. Αν μέσα στο αυτοκίνητο είναι δύο, θα τσακωθούν. Αν είναι τρεις, οι δύο θα τσακωθούν και ο τρίτος δε θα μιλάει. Αν είναι πάνω από τρεις, οι περισσότεροι θα μιλούν και θα γελούν και ο ένας θα εκνευρίζεται γιατί οδηγεί. Εντέλει θα φτάσουν σε μια καφετέρια με λίγο γαλάζιο στην άκρη. Έχει κακή μουσική και κακό καφέ αλλά κανείς δεν γκρινιάζει γιατί είναι θάλασσα και είναι ωραία. Κάποιος λέει πρώτος «πάμε για μια βουτιά», πάει μόνος του και μετά οι άλλοι τον ρωτάνε αν το νερό είναι ζεστό, κανείς όμως αν είναι καθαρό γιατί όλοι ξέρουν. Πασαλείβονται με αντηλιακά αλλά πάντα υπάρχει ένας που καίγεται και πολλοί που λένε ότι πήραν χρώμα κι ας μην πήραν.

Αυτές τις κυριακάτικες εξορμήσεις του Ιουνίου οι άνθρωποι τις περιγράφουν ως «καταπληκτικές». Αλλά πιστεύω λίγο περισσότερο τον έναν που κάηκε από τον ήλιο.


Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Ποδόσφαιρο


Πολύ για ποδόσφαιρο κουβεντιάζει ο κόσμος τον τελευταίο καιρό, όπως πάντα δηλαδή αλλά κάθε λίγο και λιγάκι προκύπτει και κάποια διοργάνωση με εξωτικό όνομα που νομίζω ότι παραπέμπει σε κύπελλα και τέτοια λειψά σερβίτσια. Όπως αυτό που μας ήρθε τώρα και το λένε Μουντιάλ και μου φαίνεται πως είναι από εκείνα τα σοβαρά πράματα που προκαλούν ασύντακτες συζητήσεις και δη με την εσάνς της παγκόσμιας βαρύτητας και οι ομάδες έχουν ονόματα χωρών. Αυτό σημαίνει πως και να μη θες εκπροσωπείσαι. Όπως στη Γιουροβίζιον και στη Βουλή. Και πρέπει να σκεφτείς ποιον θα υποστηρίζεις άμα αποκλειστεί αυτό που σου αντιστοιχεί. Έτσι γίνεται στη Γιουροβίζιον. Στη Βουλή θαρρώ πως είναι πιο περίπλοκο το θέμα.

Το ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα από τα πολλά και αυτό παραπέμπει σε κάτι κατεψυγμένες εκθέσεις ιδεών και ιδεωδών που γράφαμε στο λύκειο ως θέματα sos για τις πανελλήνιες. Τέτοια τουλάχιστον μας έλεγαν να ξεπατικώνουμε για γνώμη μας τότε που σέρναμε τις δέσμες. Οι μετέπειτα γενιές αποδεσμεύτηκαν, μοιράστηκαν σε κατευθύνσεις και απ’ ό,τι μαθαίνω η εκπαίδευση ως θεσμός απέκτησε επίγνωση της προβληματικής της ύπαρξης και τώρα ζητάνε από τουςμαθητές να τους αναπτύξουν τα καλά της αυτομόρφωσης.

Ας αφήσουμε όμως την εκπαίδευση να ανανεώνεται θεματικώς και να επιστρέψουμε στο ποδόσφαιρο χωρίς να επιμείνουμε στα ιδανικά της ευγενούς άμιλλας και του τίμιου του συναγωνισμού, που άλλωστε εκτός θέματος θα μας βγάλουν. Γιατί το εν λόγω άθλημα τα παραμερίζει λίγο αυτά τα καλαμαρίστικα. Εδώ μιλάμε για ένστικτα άγρια, τίγκα στην τεστοστερόνη.

Οι γυναίκες μιλούν για άντρες, καλλυντικά και ρούχα. Καθώς και για άλλες γυναίκες. Οι άντρες μιλούν για γυναίκες, αυτοκίνητα και μπάλα. Στερεότυπα θα μου πεις. Αλλά προφανώς δεν έχεις ανοίξει την τηλεόραση. Όμορφα τακτοποιημένα τα ενδιαφέροντα, κατά φύλο, έτσι να μην μπερδευόμαστε. Άντρας με γυναίκα συζητούν για ζώδια, μουσική, ταινίες και διακοπές. Στην αρχή. Μετά μιλούν για τη σχέση τους.

Σε αυτή την περίπτωση θα προτιμούσα κι εγώ μια κουβέντα για ποδόσφαιρο. Η οποία όμως απαιτεί γνώση του αντικειμένου, γερή μνήμη και αυστηρή προσήλωση. Θέλει να έχεις στριμώξει τις Κυριακές της ζωής σου σε κάτι κερκίδες-παλαίστρες ή να βυθίζεσαι τακτικά σε καναπέ με θέα απέραντο γρασίδι οθόνης. Αναγκαία κρίνεται η παρακολούθηση των σχετικών εκπομπών. Εξονυχιστική ανάλυση των επίμαχων φάσεων. Γιατί η χαρά σε αυτό το άθλημα είναι που σου επιτρέπει να έχεις άποψη.

Γίνεσαι πρόεδρος, προπονητής και διαιτητής συνάμα. Όλη η εξουσία των ονείρων σου και μάλιστα σε υπέροχη μορφή ανεύθυνη. Και δώρο άφθονη εκτόνωση. Όλα τα αποθέματα δίκαιου ή άδικου θυμού που δε σε παίρνει να εκφράσεις στα μέρη τους. Φέρε κι από το σπίτι σου.

Το ποδόσφαιρο έχει και ορολογία. Ενίοτε επεκτείνεται και στην καθομιλουμένη με τις γραφικές αντιστοιχίες που πλασάρονται ως ελαφρότητα. Για ένα λάθος σου μπορεί να σου ζητήσουν εξηγήσεις. Τι κουβέντα όμως να κάνουμε για ένα φάουλ;

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Φόβος και φοβίες.


Θαρρώ πως δεν έχεις ιδέα από τον κόσμο ενός ανθρώπου αν δεν επικοινωνήσεις με τους φόβους του. Και δε μιλώ γι’ αυτούς που ανακοινώνει χάριν γούστου. Δεν υπερτιμώ τη σκοτεινή πτυχή που θα σου αποκαλύψω άμα σου πω ότι φοβάμαι τα χρυσόψαρα ή και τα σαλιγκάρια. Μιλώ για τους φόβους που έχουν σημασία είτε αποφασιστική είτε αναποφάσιστη. Γιατί οι αντιδράσεις που οφείλονται σε αυτό το συναίσθημα είναι ποικίλες και ενίοτε αντιφατικές.

Ο φόβος προστατεύει. Από νωρίς σου τον καλλιεργούν ώστε να μην είσαι ένα νήπιο που βάζει τα χέρια του στις πρίζες και άλλα επικίνδυνα. Άλλωστε με την επίγνωση του κινδύνου δεν γεννιέσαι. Μετά σου ‘ρχεται και μάλιστα βγαίνει σε διάφορα μεγέθη και χρώματα.

Ο κίνδυνος λοιπόν είναι εχθρός μας και ο φόβος σύμμαχος. Πολεμοφόδια οι αρνήσεις, τα δεν και τα μην που εμποδίζουν τη δράση που θα μας έφερνε στον εφιάλτη. Επειδή όμως άνθρωποι είμαστε και ησυχία δεν έχουμε και δε μας αρκεί να ξέρουμε τι δεν πρέπει -και πάλι καλά που δε μας αρκεί- θα ψάξουμε και θα βρούμε τ’ αντίθετό του ακριβώς. Κι έτσι προβαίνουμε σε κείνες τις ενέργειες που θα μας πάνε στην άλλη πλευρά. Αυτό βέβαια δεν έχει πάντα επιτυχή έκβαση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν φοβόμαστε μη γίνουμε αυτό που κοροϊδεύαμε. Κάθε οργανωμένο σχέδιο για να το αποφύγουμε σε αυτό θα μας οδηγήσει. Που κοροϊδεύαμε. Γιατί όλο και κάποιο λόγο είχαμε που το φοβόμασταν.

Είναι και κάτι φόβοι που κατασκευάζεις. Για τον εαυτό σου ή για τους άλλους. Αν επικαλείσαι υποτιθέμενους φόβους σου συνειδητά ή ασύνειδα ίσως τελικά πετύχεις επιείκεια από κάποιους ανθρώπους κι αν σου φτάνει να βαραίνει η συμπόνια έναντι της εκτίμησης τότε χαλάλι σου (μέχρι να τους κουράσεις). Αν πάλι πατάς σε φόβους που προκάλεσες σε άλλους ώστε να έχουν τη συμπεριφορά που επιθυμείς τότε ντροπή σου. Σαν εβδομαδιαία αστρολογική πρόβλεψη μου φαίνεται αλλά κοίτα να δεις που μερικές φορές βγαίνει.

Εκτός από τους φόβους τους κοινούς όμως υπάρχουν κι εκείνοι που τους λένε παράλογους, αγχώδεις, παθολογικούς και με μια λέξη παράγωγη, φοβίες. Εδώ όμως λίγο να το τραβήξουμε και μπαίνουμε σε άλλα χωράφια ιατρικά κι εγώ να σου πω την αλήθεια μου πτυχίο δεν έχω. Βέβαια μια βόλτα εδώ γύρω στο ίντερνετ να κάνεις θα βρεις αναλύσεις και συμβουλές με το τσουβάλι και σιγά μη σου αναρτήσουν σαρωμένα διπλώματα.

Αλλά η φοβία ως δεύτερο συνθετικό δεν αφορά μόνο την ψυχανάλυση. Δεν ξέρω αν η ξενοφοβία και η ομοφοβία επιδέχονται θεραπείας όπως η υψοφοβία, η μικροβιοφοβία ή και η αραχνοφοβία. Αν όμως βλέπεις άλλους ανθρώπους σαν μικρόβια και αράχνες τότε φοβάμαι εγώ εσένα.