Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Επέστρεφα...





Παρασκευή 18 Οκτωβρίου, ώρα 8 περίπου, μετρό Συντάγματος. Γυρίζω σπίτι. Και άλλοι πολλοί άνθρωποι γυρίζουν σπίτι, ή όπου αλλού. Είμαστε όλοι κουρασμένοι και θλιμμένοι. Κοιτάζω τους απέναντι, αυτούς που θα πάνε προς την άλλη κατεύθυνση, το ίδιο κουρασμένοι και θλιμμένοι. Μου είναι όλοι γνώριμοι. Έχουμε συναντηθεί πολλές φορές, εμείς ή άλλοι. Στην ίδια κατάσταση.

Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει. Έχω τη φευγαλέα εντύπωση πως κάτι έχει αλλάξει, κάτι έχει προστεθεί σ’ αυτό το τόσο συνηθισμένο γκρίζο σκηνικό. Παρατηρώ λίγο καλύτερα. Μα ναι, πώς δεν το πρόσεξα αμέσως! Το πλήθος που περιμένει τον απέναντι συρμό δεν είναι πια σκέτο γκρίζο, έχουν και λίγο χρώμα στην πλάτη τους. Κάτι κίτρινο με μια μικρή ζωγραφιά και μερικές λέξεις.

Ξαφνικά θυμήθηκα όλη τη συζήτηση της προηγούμενης μέρας για την καμπάνια με τον Καβάφη στα μέσα μαζικής μεταφοράς. «Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά.» Αυτό έγραφε στον τοίχο. Ή μάλλον όχι στον τοίχο. Σε ένα μεγάλο κίτρινο αυτοκόλλητο στο οποίο διακρίνονταν κάπως τα χωρίσματα από τα πλακάκια που η ποίηση είχε καλύψει.

Θυμήθηκα όλη τη συζήτηση κυρίως για το στίχο «είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία», τα είπαν όλοι, τα είπε ο Σαραντάκος καλύτερα απ’ όλους. Όμως εκείνη την ώρα ήμουν πολύ κουρασμένη για να σκεφτώ. Εκείνη την ώρα μόνο χάζευα. Και το μόνο που ένιωσα ήταν ότι ο Καβάφης δεν είχε θέση εκεί. Σ’ ένα δεν-έχω-σήμερα-κεφάλι-για-δουλειά, σ’ ένα αδιάφορο σκίτσο με γυαλάκια και σ’ ένα ίδρυμα Ωνάση πάνω σε κίτρινο αυτοκόλλητο πάνω στα πλακάκια της αποβάθρας.

Ή μάλλον ο Καβάφης έχει θέση εκεί. Μπορώ να διακρίνω μερικούς ανθρώπους απέναντι που περιμένουν το μετρό διαβάζοντας. Εκεί είναι ο Καβάφης χωρίς αυτοκόλλητο. Μπορώ να διακρίνω τον Καβάφη και σε αυτούς που δε διαβάζουν στο μετρό. Ακόμα και σ’ αυτούς που δε διαβάζουν ποτέ, κι ας μην το ξέρουν. Υπάρχει περίπτωση να το μάθουν. Όχι διαβάζοντας από περιέργεια «αυτό το κουλ τυπάκι με τα γυαλιά που λέει ότι δεν έχει κεφάλι για δουλειά». Ακόμα κι αν όλο αυτό μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα «κόλπο» για να τον διαβάσουν (λέμε τώρα) ε όχι, δεν του αξίζει του Καβάφη αυτό το καροτάκι.

Τέλος πάντων, γύρισα σπίτι και μετά σκέφτηκα πως κοίταξα μόνο στους απέναντι και δε γύρισα από περιέργεια να δω αν είχα κι εγώ Καβάφη στην πλάτη μου. Παίζει να ντράπηκα τον Ποιητή.



Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Υποθέσεις για ανυποψίαστους




Ας υποθέσουμε πως υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους όλα αυτά που παίζουν τον τελευταίο καιρό οι τηλεοράσεις τους είναι  τρομερές αποκαλύψεις. Ας υποθέσουμε πως δεν ήξεραν. Δεν ήξεραν ότι οι χρυσαυγίτες είναι ναζί εγκληματίες. Αναρωτιόμαστε λοιπόν: τι σκέφτονται τώρα αυτοί οι άνθρωποι; Άλλαξαν γνώμη; Αποφάσισαν να μην τους ξαναψηφίσουν;

Ας μη γελιόμαστε. Αυτοί οι άνθρωποι είναι αρκετά ηλίθιοι αλλά όχι τόσο ηλίθιοι ώστε να μην είχαν καταλάβει ότι οι χρυσαυγίτες είναι ναζί. Απλώς δεν τους πολυνοιάζει. Δεν τους νοιάζει τίποτα που δεν επηρεάζει την καθημερινότητά τους σε πρώτο επίπεδο.

Και ότι οι χρυσαυγίτες είναι εγκληματίες, κι αυτό το ήξεραν. Αλλά εντάξει, μετανάστες βαράνε. Που έτσι κι αλλιώς είναι μισητοί. (Μου είναι αδύνατον να χρησιμοποιήσω τη λέξη «λαθρομετανάστης» ακόμα και υποθέτοντας το σκεπτικό του χρυσαυγ... του ψηφοφόρου της χρυσής αυγής εννοώ –αλλά στάσου, ο πασόκος, ο νεοδημοκράτης, ο συριζαίος είναι ψηφοφόροι. Χρυσαυγίτη δε λένε τον «ανυποψίαστο» ψηφοφόρο;)

Μα θα μου πεις, δεν ήξεραν οι ανυποψίαστοι χρυσαυγίτες ότι οι υποψιασμένοι χρυσαυγίτες σκοτώνουν και Έλληνες. Κάτσε, ποιους Έλληνες σκοτώνουν; Αυτούς που δεν τους γουστάρουν. Αλλά οι ανυποψίαστοι χρυσαυγίτες δεν ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία, τους ψήφισαν άλλωστε, και τέλος πάντων αν υποθέσουμε πως δε γουστάρει τη χρυσή αυγή κάνας γνωστός τους (είπαμε, η καθημερινότητα σε πρώτο επίπεδο πάντα) γιατί να το φωνάζει δηλαδή, σημαίνει πως πάει γυρεύοντας, και όλα κι όλα άμα πας γυρεύοντας το τρως το κεφάλι σου. Στάνταρ. Ενώ άμα κοιτάς τη δουλειά σου όλα οκέι, δε σε πειράζει κανείς. Αν βέβαια τώρα δεν έχεις δουλειά, αυτό σου δίνει το δικαίωμα να υποστηρίζεις δολοφόνους, αρκεί να λένε πως δεν είναι δολοφόνοι.

Ας υποθέσουμε λοιπόν πως ψήφισαν κάτι που τους φαινόταν επιθετικό προς το κράτος που τους κλέβει και τους αδικεί. «Να μπουν στη βουλή να τους δείρουν.» Μάλιστα. Τώρα αυτοί οι βουλευτές φαίνονται ακόμα πιο βίαιοι απέναντι στα ΜΜΕ που κοροϊδεύουν τον κόσμο, ακόμα πιο ανεπιθύμητοι στους πολιτικούς που κλέβουν και αδικούν τον κόσμο. Τέλεια;

 Ναι αλλά ας υποθέσουμε ότι-

Ξέρεις κάτι; Όχι. Δε θα μπω άλλο στη λογική όλων αυτών των ρατσιστών «ανυποψίαστων» ψηφοφόρων, όλων αυτών των ανθρώπων για τους οποίους η ανθρώπινη ζωή μετράει μόνο υπό προϋποθέσεις. Δε θέλω να μπω στο μυαλό τους. Θα μείνουν για πάντα αυτοί οι άγνωστοι. Οι απέναντι. Οι σκατόψυχοι. Να μην υποθέσουμε τίποτα. 

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

ένας άνθρωπος αρκετά θλιμμένος


  

Γνωρίζω έναν άνθρωπο αρκετά θλιμμένο. Είναι θλιμμένος εδώ και πολύ καιρό. Την πρώτη φορά που τον συνάντησα μου φάνηκε κοινωνικός, ύστερα γίναμε φίλοι και κατάλαβα πόσο μοναχικός είναι. Μου γνώρισε και τους άλλους φίλους του, κάναμε παρέα, κουβεντιάσαμε με τις ώρες, ξενυχτήσαμε, γελάσαμε πολύ, θλιμμένοι όλοι και μοναχικοί. Αν σου φαίνεται παράξενο που οι θλιμμένοι γελούν και οι μοναχικοί έχουν φίλους, μπορείς να σταματήσεις εδώ. Αν το βρίσκεις αυτονόητο, συνεννοηθήκαμε.


Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν είχε επιλέξει να ζει με έναν τρόπο που τον ικανοποιούσε κάπως. Tου επέτρεπε τουλάχιστον να διαβάζει, να βλέπει ταινίες, παραστάσεις, να ακούει μουσική, να αγαπάει ανθρώπους, να σκέφτεται. Τα γύρω-γύρω δεν τον απασχολούσαν. Είχε πάντα τη δυνατότητα να επιλέξει το δικό του κόσμο και να νιώθει ασφαλής μέσα σε αυτόν.

Και ξαφνικά έπεσε μαύρο. Ή μάλλον όχι και τόσο ξαφνικά. Έπεφτε μαύρο σιγά-σιγά. Από κάποια χρονική στιγμή που ίσως να μην καταφέρει ποτέ αυτός ο άνθρωπος να προσδιορίσει, το χυδαίο, το κακόγουστο, όλο αυτό που δεν είχε καμία αξία γύρω του άρχισε να γίνεται επιθετικό. Εκείνος συνέχιζε να το σνομπάρει, αλλά αυτό είχε ήδη σταματήσει να τον σνομπάρει όπως πριν. Γιατί στην πραγματικότητα το χυδαίο δεν τον σνόμπαρε ποτέ. Τον φθονούσε βαθιά και προσπαθούσε συχνά να ειρωνευτεί τον ακατανόητο κόσμο του ανθρώπου μας.

Και τότε έπεσε μαύρο. Σε μια οθόνη. Όχι του υπολογιστή αλλά της τηλεόρασης. Από τον υπολογιστή το έμαθε βέβαια γιατί την τηλεόραση την άνοιγε πολύ σπάνια, την είχε στο σπίτι εθιμικά ας πούμε. Άλλωστε η τηλεόραση πρόβαλλε όλο αυτό που δεν τον αφορούσε. Το μαύρο όμως το έριξαν σε κείνο το σημείο της τηλεόρασης που αντιπροσώπευε ένα μικρό κομμάτι από τη δική του αισθητική. Επίσης το μαύρο το έριξαν με τρόπο που απέδειξε ότι ζούμε σε μια κοινωνία χωρίς δημοκρατία, και αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ για το θλιμμένο άνθρωπο που με όλα αυτά που έχει διαβάσει, δει, σκεφτεί, δεν μπορεί παρά να θέλει δημοκρατία.

Γνωρίζω έναν άνθρωπο που ήταν αρκετά θλιμμένος αλλά τώρα επιτέλους είναι θυμωμένος. Επιτέλους βγήκε στο δρόμο. Είναι δίπλα μου. Εγώ θα μείνω έτσι κι αλλιώς. Αλλά αν αυτός ο άνθρωπος απογοητευτεί, δε θα έχουμε καμία ελπίδα.



Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

#true_story




Πήγα που λες την περασμένη βδομάδα στο βιβλιοπωλείο. Σε αυτό που πηγαίνω κάθε φορά που ψάχνω ένα βιβλίο και είναι ένας συμπαθητικός υπάλληλος και μου δίνει το βιβλίο που ψάχνω και συζητάμε λίγο για βιβλία και τελικά μαθαίνω και για τα άλλα βιβλία που έψαχνα αλλά δεν ήξερα ότι τα ψάχνω. Στην περιγραφή της ακόλουθης σκηνής θα ονομάζω αυτόν τον άνθρωπο φίλο, κι ας μην κουβεντιάζουμε ποτέ για προσωπικά, μόνο για βιβλία, αλλά και τα βιβλία προσωπικά είναι.

Ενώ λοιπόν έψαχνα για ένα δώρο (ναι σαν εκείνες τις θείες που αντί για παιχνίδι έφερναν βιβλίο και απογοήτευση) μπήκε ένας κύριος. Γύρω στα 50, ευγενής φυσιογνωμία. Ο φίλος τον χαιρέτησε εγκάρδια, μίλησαν λίγο, ύστερα ο κύριος ζήτησε ένα δοκίμιο, ο φίλος το κατέβασε από ένα ράφι και του το έδωσε, ο κύριος άρχισε να το ξεφυλλίζει.

-Είδες τι έγινε με τον Μπαρμπαρούση;

Στην ερώτηση του φίλου ο κύριος απάντησε χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το βιβλίο.

-Δεν βλέπω ταινίες.

-Ποιες ταινίες; Για τη χρυσή αυγή σου λέω. Δεν είδες που πήγαν στο πανηγύρι...

Ο κύριος σήκωσε το βλέμμα του και τον διέκοψε αυστηρά:

-Δεν βλέπω τηλεόραση.

Ο φίλος κόμπιασε για μια στιγμή αλλά συνέχισε σε αποφασιστικό τόνο:

-Κάτι πρέπει να γίνει με τους φασίστες. Κάτι να κάνουμε. Δε γίνεται...

Δεύτερη διακοπή:

-Εγώ ξέρω τι πρέπει να κάνουμε.

Εδώ ο φίλος πήρε θάρρος και, σίγουρος ότι ο λόγιος συνομιλητής του θα είχε κάτι ενδιαφέρον να του πει, τον ρώτησε:

-Τι να κάνουμε;

-Να κλείσουμε τις τηλεοράσεις μας. Όσο δεν τους βλέπουμε, δεν υπάρχουν.

Ο κύριος, φανερά ενοχλημένος, έστρεψε πάλι το βλέμμα του στο βιβλίο που κρατούσε. Ήταν ένα δοκίμιο για την ποίηση του Λόρκα.


Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936): Δολοφονήθηκε από τους φασίστες.


Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

7%



   Είχες άσχημα παιδικά χρόνια. Μπορεί και να έτρωγες ξύλο και να σου λέγανε «για να γίνεις άνθρωπος». Και βέβαια το ξύλο δε σε κάνει άνθρωπο αλλά δε φταίει μόνο το ξύλο που δεν έγινες άνθρωπος. Ούτε που δεν είσαι έξυπνος φταίει. Κάπως φταίει όμως εκείνο που άκουγες να λέει η μάνα σου στη θεία σου ότι «του δικού μας δεν του κόβει και πολύ, δεν τα παίρνει τα γράμματα σαν τον δικό σας.» Διάβαζε πολύ ο ξάδερφος. Για σένα τα βιβλία ήταν παντελώς αδιάφορα. Δε σου 'τυχε ποτέ και κάνας δάσκαλος να τον νοιάζει.

   Οι γονείς σου δεν ήταν πλούσιοι, ούτε μορφωμένοι, αλλά λέγανε ότι είχαν «αρχές», εξού και για σένα οι «αρχές» απέκτησαν κάτι σαν αυταξία, όλες οι «αρχές», ακόμα κι αυτές που καταργούν κάθε αξία.

   Στην κρίσιμη ηλικία της εφηβείας έπρεπε να βρεις κάτι να σε υπολογίζουν οι παρέες. Κάνα ιδιαίτερο ταλέντο δεν είχες, κι αν είχες τέλος πάντων δεν το έμαθες ποτέ αφού δεν είχες ερεθίσματα να το καλλιεργήσεις. Υπήρχε κι ένα πρόβλημα με τις παρέες γιατί κάποιες παρέες θέλανε χιούμορ, εκεί δε σε βοηθούσε η νοημοσύνη σου. Φαντάζομαι πόσο αδύναμος και απελπισμένος ένιωθες μέχρι να ανακαλύψεις το γυμναστήριο. Και υπήρχε άπλετος χρόνος να αφοσιωθείς σε αυτό το στόχο, εφόσον δεν είχες και του κόσμου τα ενδιαφέροντα.

   Ο επαγγελματικός προσανατολισμός ήταν μεγάλο πρόβλημα, εκτός αν κατάφερες να χωθείς σε τίποτα σώματα ασφαλείας. Σε περίπτωση που δεν ευόδωσαν τα ρουσφέτια, παρόλο που ο βουλευτής που ψηφίζατε οικογενειακώς έκανε ό,τι μπορούσε για να ξεπληρώσει τις «αρχές» σας, έπιασες μια δουλειά κάπου, «να βγαίνει το μεροκάματο», και ν' ακούς τη μάνα σου να σου πετάει συνέχεια τα μεταπτυχιακά του ξαδέρφου σου. Και δώσ' του ασκήσεις για τρικέφαλους, να ρίχνεις τουλάχιστον καμιά γκόμενα και να μη σε περιφρονούν οι συναναστροφές που σου αντιστοιχούσαν. Ωστόσο πάντα ήξερες ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που σε περιφρονεί.

   Μετά είδες τον κόσμο να γυρίζει ανάποδα, μύρισες θυμό και στους άλλους. Μπορεί να ήσουν χρυσαυγίτης από πριν ή να έγινες τώρα. Όταν σε πλησίασαν για να οπλίσουν με μαχαίρια και σιδηρογροθιές το χέρι σου και τον εγκέφαλό σου. Σου πάσαραν και κάτι άλλα πράματα που σου τα είπαν ιδέες, που εσύ μέχρι τώρα νόμιζες ότι ιδέες έχουν μόνο οι μορφωμένοι και τα βαριόσουν. Φαντάζομαι τον ενθουσιασμό σου όταν κατάλαβες ότι μπορείς κι εσύ να έχεις ιδέες. Τίποτα περίπλοκο ευτυχώς, μόνο μίσος στον ξένο κι από άγνωστες λέξεις όχι πολλές, αυτά τα «πατρίδα» και «σημαία» τα θυμόσουν από τις παρελάσεις στο σχολείο, και το βήμα βέβαια το είχες φρεσκάρει στο στρατό.

   Λοιπόν για να τελειώνουμε, τον ξένο τον μισούσες από πριν. Ξένοι για σένα ήταν η μάνα σου και ο πατέρας σου που δε σε κατάλαβαν ποτέ, ο ξάδερφός σου, ο καλύτερός σου φίλος, η γκόμενα που δε σου έδινε σημασία, η γκόμενα που σου έδινε σημασία αλλά δεν είχατε τίποτα να πείτε. Και σου τις λέω γκόμενες για να συνεννοούμαστε, γιατί για να πούμε «σύντροφος» πρέπει να έχεις μια στοιχειώδη παιδεία και αν πούμε «γυναίκα» θα πρέπει να μιλήσουμε για ισότητα και δεν είναι ακριβώς ισότητα αυτό που είχε υπόψη του ο πατέρας σου όταν φώναζε τη μάνα σου «γυναίκα». Χωρίς παιδεία λοιπόν απευθυνόμαστε μόνο σε ένστικτα κι εσύ έχεις ενεργοποιήσει μόνο τα κατώτερά σου. Μόνο που με τα κατώτερα ένστικτα δεν μπορούν να συνυπάρξουν άνθρωποι σε μια κοινωνία. Κι εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να συνυπάρξουμε. Μάλλον χρειάζεσαι κάποιον ειδικό. Καταλαβαίνεις, ψυχίατρο εννοώ, όλο και κάποιος άλλος θα σου έχει πει ότι χρειάζεσαι βοήθεια ψυχιάτρου. Άσε με να μαντέψω, αν είμαι τυχερή και δε με δείρεις θα μου πεις να πάω εγώ να πάρω χάπια. Λοιπόν τα πήρα, σειρά σου τώρα.


Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Έτσι είναι αν έτσι ψηφίζετε




   Υπήρχε θυμάμαι ένα μάθημα στο σχολείο που το λέγανε «αγωγή του πολίτη». Δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα γιατί σε αυτή τη χώρα τα εκπαιδευτικά συστήματα αλλάζουν σαν τα πουκάμισα, ή μάλλον σαν τα συμφέροντα. Η «αγωγή του πολίτη» λοιπόν ήταν ένα από εκείνα τα μαθήματα τα μια φορά την εβδομάδα και κανένας δάσκαλος δεν είπε ποτέ σε γονιό «το παιδί σας πάει καλά στα μαθηματικά αλλά έχει πολλά κενά στην αγωγή του πολίτη». Θα μπορούσε βέβαια να πει «από τον τρόπο που μεγαλώνετε το παιδί σας καταλαβαίνω ότι έχει πολλά κενά στην αγωγή του πολίτη» αλλά μια τέτοια κουβέντα θα είχε θεωρηθεί αγένεια και προσβολή στο πρόσωπο του γονέα και θα προκαλούσε συζήτηση όχι για την «αγωγή του πολίτη» αλλά για τη «διαγωγή του δασκάλου». Πάντως ας μη γελιόμαστε, το να ασχοληθεί ένας δάσκαλος με την «αγωγή του πολίτη» ήταν ακόμα πιο σπάνιο κι από το να την έχει ο ίδιος.

   Μετά γίναμε δεκαοχτώ χρονών και βγάλαμε δίπλωμα οδήγησης και δικαίωμα ψήφου. Μόνο που για το δεύτερο δε μας ζήτησαν ποτέ να ξέρουμε τα σήματα. Γιατί η μόνη σχέση των σχολείων με την αγωγή του πολίτη είναι που τα κάνουν εκλογικά κέντρα και πάμε και ψηφίζουμε εκεί που δε μας έμαθαν να σκεφτόμαστε.

   Και σου λέει ο άλλος δε μ’ έκανες πολίτη, θα γίνω μόνος μου. Και βέβαια αυτό τον πιάνει κάθε φορά που έρχονται εκλογές, γιατί τότε τον φωνάζουν «πολίτη» από τα δελτία ειδήσεων. Τον άλλο καιρό τον λένε καταναλωτή, φίλαθλο, νεανικό κοινό, εργαζόμενο και πλέον άνεργο. Τώρα όμως έχει δύναμη, καλείται να κρίνει το αποτέλεσμα των εκλογών ο αναποφάσιστος. Και τον θεωρούν αναποφάσιστο γιατί δεν ξέρει τι να ψηφίσει, αντί να τον θεωρούν αναποφάσιστο γιατί δεν ξέρει πώς να ψηφίσει.

   Πάμε λοιπόν να πέσουμε απ’ τα σύννεφα βλέποντας πόσο εύκολος πελάτης για το φασισμό είναι αυτός που τα αίτια και τα αποτελέσματα της βίας δεν του τα εξήγησαν ποτέ, απλώς του τα υπαγόρευαν και του έλεγαν να τα μάθει απ’ έξω για να γράψει καλά στις πανελλήνιες. Και τώρα για τη βία «απ’ έξω» του λένε και του δείχνουν το μετανάστη. Και το θέμα του ρατσισμού ήταν μόνο ένα θέμα sos για την έκθεση, άντε να καταλάβει τώρα ότι είναι θέμα sos για την κοινωνία.


Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Παιδιά κομμουνιστών γονιών



   Κάτι είχα υποψιαστεί μεγαλώνοντας. Σιγουρεύτηκα εκεί γύρω στα τριάντα, εκεί γύρω που άλλα ξεκαθαρίζουν κι άλλα θολώνουν ακόμα περισσότερο.

   Λοιπόν όλα τα παιδιά του κόσμου μαθαίνουν μια πραγματικότητα. Και την πιστεύουν για πραγματικότητα μέχρι που γκουγκλάρουν μικρά κίτρινα λουλούδια. Για μας που είμαστε μια γενιά πίσω υπήρχαν οι εγκυκλοπαίδειες και αυτό είναι μια καλή ευκαιρία να μπω στο θέμα μου, γιατί στο σπίτι μας είχαμε τη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια που όπως και να το κάνουμε η πραγματικότητα δεν είναι το δυνατό της σημείο.

   Σε μας τα παιδιά των κομμουνιστών γονιών στο σχολείο μάς τα μαθαίνανε όλα λάθος. Που λάθος μας τα μαθαίνανε.

   Εκτός από τους κανόνες του σχολείου οφείλαμε να τηρούμε και άλλους κανόνες του σχολείου που τους μαθαίναμε στο σπίτι. Δε θα ξεχάσω το σοκ μου κάθε φορά που συμμαθητής μαρτυρούσε άλλο συμμαθητή. Απαράδεκτο. Και να σου πω κάτι; Ήταν απαράδεκτο. Βέβαια εμείς εκεί της υπερβολής, για να ζητήσουμε βοήθεια έπρεπε να μας έχουν σακατέψει τουλάχιστον.

   Πολεμικά παιχνίδια δεν μας έφερε ποτέ ο Άγιος Βασίλης, προφανώς ο δικός μας Άγιος Βασίλης είχε άλλους κανόνες από τους Αγιοβασίληδες του συρμού, ενώ ποτέ κομμουνιστής δεν έντυσε το παιδί του καουμπόη για ευνόητους λόγους.

   Εμείς τα παιδιά των κομμουνιστών γονιών χρειαζόμαστε ψυχανάλυση.

   Μάθαμε να διεκδικούμε ό,τι θέλουμε και να νομίζουμε ότι όλα τα μπορούμε κι αν δε μας βγήκε αυτό στην κοινωνία το κρατήσαμε στα προσωπικά κι άντε τώρα να το συνδυάσεις εσύ αυτό με άλυτο οιδιπόδειο.  

   Στο σύμπαν μας δεν υπήρχε κανείς να μας βολέψει σε μια θεσούλα στο δημόσιο, αυτά τ’ ακούγαμε μόνο στα ευρύτερα οικογενειακά τραπέζια και τότε δεν καταλαβαίναμε γατί τσακωνότανε ο μπαμπάς.

   Οι περισσότεροι από μας που ήμασταν παιδιά κομμουνιστών γονιών δεν είμαστε κομμουνιστές. Ξέρουμε όλα όσα δεν είμαστε. Αλλά δεν ξέρουμε τι είμαστε.