Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Λόγια


Μια τάση να σνομπάρουμε τις λέξεις την έχουμε. Παραδέξου το. Την προφορική τους τη στολή όμως. Γιατί τα γραπτά μένουν, λέει. Αν είναι να ορίζουμε έτσι εύκολα τι μένει και τι φεύγει, τότε γιατί δεν γίνεται αυτό όταν πρόσωπα και στιγμές καταγράφονται μέσα μου; Κι ας γεμίζω με λέξεις και τα περιθώρια. Ακόμα μια αποφθεγματική χαζομάρα ίσα για να μας μπερδεύει.

Πάμε στις λέξεις που μιλάμε όμως, που δεν έχουν για δικηγόρους φτηνά τσιτάτα να τους δίνουν κύρος και σταθερότητα. Είναι απροστάτευτες αυτές. Παλεύουν διαρκώς με τη ρετσινιά του περιττού. Λίγο να κάνουν πως απομακρύνονται από το βασίλειο της πρακτικότητας κι όλο και κάποιος θα βρεθεί να τις βαφτίσει φλυαρίες.

Τα λόγια είναι σαν τους ανθρώπους. Ανάλογα με το ύφος τους μπορούν να ομορφαίνουν ή να ασχημαίνουν. Ναι, το πιστεύω αυτό, κι ας βάζω έτσι το «τι» στην ίδια μοίρα με το «πώς». Λίγο διαφορετικά να τονιστεί μια φράση που σε πονάει και μεταμορφώνεται σε πληγή και παρηγοριά μαζί. Μια μικρή παύση και η πιο απόλυτη δήλωση βάφεται με αμφιβολία. Ελάχιστα να γλυκάνει η φωνή κι έτσι όμορφα μπερδεύονται οι λέξεις.

Ψύχραιμοι, θυμωμένοι, ανήσυχοι, χαρούμενοι φθόγγοι. Πολύχρωμοι.

Λόγια κουβαλητές. Φορτωμένα αλήθειες ή ψέματα, ανάλογα με την ανάγκη εκείνου που λέει ή του άλλου που ακούει. Γιατί κι οι δυο συνωμοτούν για το περιεχόμενο, ακόμα κι όταν ο ακροατής μοιάζει εγκλωβισμένος στο στατικό του ρόλο.

Ενδιαφέρον έχουν οι λέξεις όταν κοκκινίζουν από θυμό. Τότε γλυτώνουν από τα φίλτρα και ορμάνε στο αντίπαλο αυτί χωρίς στυλ και γουστόζικα αξεσουάρ. Εκτίθενται κι εκθέτουν. Ύστερα βέβαια κάπως ηρεμούν, μαζεύουν τα αναστατωμένα τσουλούφια τους, σκουπίζουν τη μάσκαρα που έχει στάξει στις ανορθόγραφες καταλήξεις τους και μουρμουράνε φάλτσα το σουξέ «δεν το εννοούσα». Το εννοούσες. Ίσως μετάνιωσες που το είπες, ίσως δεν το εννοείς πια, αλλά εκείνη την ξεμαλλιασμένη στιγμή το εννοούσες.

Υπάρχουν κι οι λέξεις που μασουλάνε συμβουλές. Να πούμε μόνο γι’ αυτές που ζητάμε (είτε με λόγια είτε με ανάγκη) κι όχι για κείνες που μας έρχονται ακάλεστες, σαν delivery από φάρσα. Να πούμε μόνο για τις λέξεις-αγκαλιές. Τις θέλουμε, τις αγαπάμε και ξέρουμε ότι πάλι εδώ θα είναι όταν θα έχουμε κάνει τελικά τα δικά μας κουβάρια.

Συχνά μιλάμε για παρεξηγήσεις. Τις περισσότερες φορές προσποιούμαστε παρεξηγήσεις. Γιατί πώς λες παρεξήγηση κάτι που με σαφήνεια δηλώνει διάσταση απόψεων, συναισθημάτων, ανθρώπων; Είναι απλώς μια δυσάρεστη εξήγηση. Σκέτη. Δίχως το «παρά». Χωρίς πρόθεση. Ίσως με προδιάθεση.

Πόσο διαφορετικά επιλέγουν οι άνθρωποι να επικοινωνούν, να τσακώνονται, να αγαπιούνται, να εκφράζονται. Από τη μια είναι τα λόγια, μπόλικα λόγια, παντού λόγια. Επεξηγήσεις, αναλύσεις, περιγραφές. Και ερωτήσεις. Με μισές απαντήσεις, γιατί οι ολόκληρες απαντήσεις δεν χρειάζονται την ερώτηση για να δοθούν. Από την άλλη βλέμματα, κινήσεις, σιωπές, πράξεις. Καθένας με τον τρόπο του, λέει. Και νομίζω ότι έτσι είναι. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μένει ό,τι αξίζει να υπάρχει. Μισό ή ολόκληρο.


2 σχόλια:

  1. Μια ακόμα λέξη στα όσα είπες. "Αγκαλιά". Ολόκληρη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Λέξεις, γράμματα συνδυασμένα, νοήματα ασαφή.
    Οι λέξεις είναι συμβάσεις, κάποιος τις όρισε για να μας ορίζουν...
    Και μας ορίζουν. Είτε το θέλουμε, είτε όχι..."Μισές ή ολόκληρες" κι αυτές, σαν όλα τ'άλλα.

    Καλώς σε βρίσκω, σερβιτόρε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή